Ἡ Ἁγία Βρυαίνη Ἑορτάζει στὶς 30 Αὐγούστου

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα.
«Ἐν τῇ ἀσκήσει σου, πάσας ἐξέπληξας, τῇ ταπεινώσει δέ, καὶ τῇ πρᾳότητα, καὶ τῇ ἀγάπῃ πρὸς Θεόν, ἀνῆλθες τῶν ἐπιγείων· ὅθεν σε ὁ Κύριος, ἡγουμένην κατέστησε, βόσκων τὰ ἀρνία του, τοῖς λογίοις τοῦ Πνεύματος· διὸ Ὁσία Μῆτερ Βρυαίνη, πρέσβευε ὑπὲρ τῶν εὐφημούντων σε.»

Κοντάκιον. Ἦχος α΄. Τὸν τάφον Σου Σωτήρ.
«Χριστὸν τὸν δι’ ἡμᾶς, ἐκ Παρθένου Μαρίας, τεχθέντα ὑπὲρ νοῦν, ἀγαπήσασα Μῆτερ, τὰ πάντα ἐγκατέλιπες, καὶ Αὐτῷ ἠκολούθησας, καὶ ἐξήσκησας, τῶν ἀρετῶν τὴν χορείαν, ἐκ τῆς πράξεως, πρὸς θεωρίαν ἀχθεῖσα, Βρυαίνη ἀοίδιμε.»

Η ιστορία της εκκλησίας της. 

Ἡ Ἁγία Βρυαίνη ἡ Βρυώνη εἶναι Κύπρια Ἁγία, ἡ ὁποία τιμᾶται στὸ χωριὸ Μανδριὰ τῆς Πάφου. Στὰ Μανδριὰ ὑπάρχει τὸ ἐξωκκλήσι ἀφιερωμένο στὴν Ἁγία Βρυώνη, τὸ ὁποῖο εἶναι καὶ τὸ μοναδικὸ ἐκκλησάκι στὸν κόσμο ποὺ εἶναι ἀφιερωμένο στὴν Ἁγία αὐτή.
Μέχρι τὸ 1963-64 τὸ χωριὸ Μανδριὰ τῆς Πάφου ἦταν ἕνα μικτὸ χωριὸ στὸ ὁποῖο κατοικοῦσαν καὶ Ἕλληνες καὶ Τοῦρκοι. Τὸ 1960 τὸ χωριὸ εἶχε 404 κατοίκους. Οἱ Τουρκοκύπριοι ἦταν 329 καὶ οἱ Ἑλληνοκύπριοι 79. Ὅταν ἔγιναν οἱ δικοινοτικὲς συγκρούσεις μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων καὶ Τούρκων τῆς Κύπρου τὸ 1963-64, οἱ Ἕλληνες κάτοικοι ἐγκατέλειψαν τὸ χωριό τους καὶ τὸ χωριὸ ἔγινε τουρκικὸς θύλακας καὶ δὲν μποροῦσε κανένας Ἕλληνας νὰ πάει ἐκεῖ.
Τὸ 1974, μετὰ τὴν τούρκικη εἰσβολή, οἱ Τουρκοκύπριοι ἔφυγαν καὶ πῆγαν στὶς κατεχόμενες περιοχές. Στὸ χωριὸ ἐγκαταστάθηκαν Ἑλληνοκύπριοι πρόσφυγες ἀπὸ τὸ βορρᾶ. Τὸ χωριὸ βρίσκεται δίπλα ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ εἶναι πολὺ κοντὰ στὴ πόλη τῆς Πάφου. Εἶναι ἐπίσης ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἔφορα χωριὰ τῆς Κύπρου.
Στὸ χωριὸ ὑπῆρχε ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὸν Ἅγιο Ἀνδρόνικο καὶ Ἀθανασία (ἡ ὁποῖα ἔχει τώρα ξανακτιστεῖ) καὶ πέντε ξωκλήσια ἀφιερωμένα στὸν Ἅγιο Ἠλιόδωρο, στὴν Ἁγία Εὕρεση, στὸν Ἅγιο Εὔλογο, στὴν Ἁγία Αὐγώνα (Ἀρκώνα) καὶ στὴν Ἁγία Βρυώνη.
Μετὰ τὸ 1963 ποὺ ἔφυγαν οἱ Ἑλληνοκύπριοι καὶ παρέμειναν οἱ Τουρκοκύπριοι, ὅλα καταστράφηκαν. Κανένα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐκκλησάκια δὲν ὑπάρχει πλέον ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας Βρυώνης ποὺ τὸ ἔχει ξανακτίσει μετὰ τὴν τούρκικη εἰσβολὴ τοῦ 1974, μιὰ οἰκογένεια προσφύγων ἀπὸ τὸ χωριὸ Ἄσσια, ἀφοῦ πρῶτα τους ὀραμάτισε ἡ Ἁγία καὶ τοὺς ἔδειξε ποὺ βρίσκονταν τὰ χαλάσματα τοῦ ξωκλησιοῦ της.
Τὸ ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας Βρυώνης κτυπήθηκε τρεῖς φορὲς ἀπὸ τοὺς Τουρκοκύπριους κατοίκους τοῦ χωριοῦ. Τὸ 1975, μαζὶ μὲ τοὺς πρόσφυγες ποὺ ἦρθαν στὰ Μανδριὰ κυνηγημένοι ἀπὸ τὸν Τοῦρκο εἰσβολέα, ἦταν καὶ μιὰ γυναῖκα ἀπὸ τὴν Ἄσσια, ἡ κυρία Σταυρούλα, 30 χρονῶν τότε, μαζὶ μὲ τὸ σύζυγο τῆς κύριον Ἀνδρέα καὶ τὰ 5 τους παιδιά. Τίποτα ἐκεῖνο τὸν καιρὸ δὲν θύμιζε τὸ ἐκκλησάκι, ποὺ τὰ χαλάσματα τοῦ εἶχαν κρυφτεῖ κάτω ἀπὸ τὰ χώματα.
Μιὰ νύχτα ὅμως παρουσιάστηκε στὸν ὕπνο τῆς κυρίας Σταυρούλας μιὰ ὄμορφη μαυροφορεμένη γυναῖκα καὶ τῆς εἶπε:
«Σταυρούλα πάψε νὰ κλαὶς καὶ ἄδειασε τὴ βαλίτσα μὲ τὰ πράγματα σας. Δὲν ὑπάρχει γυρισμός, ἐδῶ θὰ μείνεις. Σήκω καὶ πᾶρε τὸν ἄντρα σου καὶ πήγαινε νὰ μοῦ κτίσεις τὸ σπίτι μου»
«Τὸ σπίτι σου τσιηρά μου; Μὰ δὲν ἔχουμε τίποτα λεφτά, εἴμαστε ἀπένταροι. Φύγαμε ἀπὸ τὸ σπίτι μας μὲ τὰ ροῦχα ποὺ φορᾶμε, μὲ 5 μωρά, χωρὶς δουλεία, πῶς θὰ σοῦ κτίσουμε τὸ σπίτι σου;»
«Σταυρούλα, θέλω νὰ πάεις ἐσὺ καὶ νὰ μοῦ κτίσεις ξανὰ τὸ σπίτι μου καὶ ἅμα θέλεις μείνετε κι ἐσεῖς μέσα».
«Καὶ ποὺ εἶναι τὸ σπίτι σου».
«Ξεκίνα καὶ θὰ τὸ βρεις».
«Δὲν ξέρω καθόλου τοῦτο τὸ χωρκό, μὲ 5 μωρὰ ποὺ νὰ πάω νὰ ψάχνω;».
«Θέλω νὰ κάμεις αὐτὸ ποὺ σοῦ εἶπα».
«Καλὰ τσιηρά μου, τσια ποὺ εἶναι τὸ σπίτι σου;»
Τὴν παίρνει τότε ἡ ψηλή, ὄμορφη, ρασοφορεμένη γυναῖκα καὶ τὴν ὀδηγάει ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ σὲ κάτι χωράφια κοντὰ στὴ θάλασσα καὶ δίπλα ἀπὸ κάτι μεγάλες σπηλιές.
«Βλέπεις; Ἐδῶ εἶναι τὸ σπίτι μου. Μοῦ τὸ γκρέμισαν οἱ Τοῦρκοι. Νὰ τὸ θυμᾶσαι. Μὴν τὸ ξεχάσεις. Πᾶρε τὸν ἄντρα σου καὶ ἐλᾶτε νὰ μοῦ τὸ κτίσετε».
«Καὶ ποιά εἶσαι τσιηρά μου; Τὸ ὄνομα σου;»
«Τὸ ὄνομα μοῦ εἶναι… καὶ μὴν ξεχάσεις αὐτὰ ποὺ σοῦ εἶπα».
Ξύπνησε μέσα στὴν ταραχὴ ἡ κυρία Σταυρούλα, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε μὲ τίποτα νὰ θυμηθεῖ τὸ ὄνομα, αὐτῆς τῆς ρασοφορεμένης γυναίκας.
Στὴν προσπάθεια τοὺς νὰ σταθοῦν καὶ πάλι στὰ πόδια τους μετὰ τὸν πόλεμο ἡ κυρία Σταυρούλα καὶ ὁ σύζυγός της κύριος Ἀνδρέας, ἄφησαν τὶς μέρες νὰ περάσουν καὶ τὸ ὅραμα τῆς κυρίας Σταυρούλας παραμερίστηκε γιὰ λίγο, χωρὶς φυσικὰ νὰ ξεχαστεῖ οὔτε λεπτό. Ἔλεγε καὶ ξανάλεγε ἡ κυρία Σταυρούλα τὸ ὅραμά της, μήπως καὶ καταφέρει νὰ θυμηθεῖ αὐτὸ τὸ παράξενο ὄνομα τῆς ὄμορφης γυναίκας μὲ τὰ ράσα. Μάταια. Ὅλοι οἱ κάτοικοι στὸ χωριὸ αὐτό, ἦταν ὅλοι πρόσφυγες. Κανένας ντόπιος.
Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ἕνα ἥσυχο βράδυ, παρουσιάστηκε καὶ πάλι στὸν ὕπνο τῆς κυρίας Σταυρούλας ἡ ὄμορφη, ρασοφορεμένη γυναῖκα καὶ τῆς λέει:
«Σταυρούλα, σοῦ εἶπα ὅτι θέλω νὰ πάεις νὰ μοῦ κτίσεις τὸ σπίτι μου καὶ δὲν πῆγες. Τώρα ποὺ βρήκατε λίγο τὰ πόδια σας μὲ τὸν ἄντρα σου, θὰ τὸν πιάσεις καὶ θὰ πᾶτε νὰ μοῦ τὸ κτίσετε»
«Πέ μου ξανὰ τὸ ὄνομα σοῦ τσιηρά μου, γιατί δὲν τὸ θυμοῦμαι»
«Τὸ ὄνομα μοῦ εἶναι…»
Ξυπνᾶ πανικοβλημένη ἡ κυρία Σταυρούλα ἀπὸ τὸν ὕπνο της καὶ προσπαθεῖ μάταια νὰ θυμηθεῖ τὸ ὄνομα τῆς γυναίκας αὐτῆς, ἀλλὰ τίποτα.
Μὰ ἡ κυρία Σταυρούλα δὲν τό ‘βαζε κάτω. Ἔλεγε καὶ ξανάλεγε παντοῦ τὸ ὄνειρό της μήπως καὶ κάποια συγκυρία βοηθοῦσε νὰ θυμηθεῖ τὸ παράξενο ὄνομα, τῆς γυναίκας αὐτῆς. Ἔψαχνε παντοῦ. Ρωτοῦσε ὅποιον συναντοῦσε. Ὥσπου ἕνα πρωὶ ἕνας ἡλικιωμένος κύριος βρέθηκε στὴ συντροφιὰ τῆς κυρίας Σταυρούλας κι ὅπως αὐτὴ συνήθιζε νὰ λέει καὶ νὰ ξαναλέει τὸ ὄνειρό της, τὸ ἐξιστόρησε καὶ σὲ αὐτὸν μιᾶς καὶ ἦταν κάτοικος ἀπὸ γειτονικὸ χωριό.
«Μήπως ἔτυχε νὰ ἀκούσεις κανένα παράξενο ὄνομα, καμιᾶς Ἁγίας ποὺ νὰ ἦταν ἡ ἐκκλησία της ἐδῶ κτισμένη πρὶν τὸν πόλεμο;»
«Ὑπῆρχε παλιὰ ἕνα ἐξωκκλήσι, ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, κοντὰ στὴ θάλασσα, ἀφιερωμένο στὴν Ἁγία Βρυώνη».
Ἡ κυρία Σταυρούλα δὲν ἄντεξε καὶ ξέσπασε σὲ λυγμοὺς καὶ ἀναφιλητά. Αὐτό, αὐτὸ εἶναι τὸ ὄνομα.
Ἔτρεξε στὸν παπᾶ τοῦ χωριοῦ της Τίμης καὶ τοῦ εἶπε νὰ πᾶνε μαζὶ βροῦν τὸν τόπο ποὺ τῆς ὑπέδειξε ἡ Ἁγία. Καὶ ὡς ἐκ θαύματος ἡ ἐκκλησία ἀποκαλύπτεται, θαμμένη στὸν χῶρο καὶ στὸ χρόνο, διαλυμένη, κατακρεουργημένη, κατακαμένη… Ξεθάφτηκε μπροστὰ στὰ μάτια τους. Σώζονταν μόνο τὰ θεμέλια.
«Παπᾶ μου, νὰ χαρεῖς, παράγγειλε μοῦ τὸ εἰκόνισμα. Ἀλλὰ σὲ παρακαλῶ ἅμα τελειώσει φέρε μου σπίτι μου νὰ τὸ δῶ, νὰ δῶ ἂν εἶναι ἡ ἴδια ἡ ὄψη ποὺ εἶδα στὸν ὕπνο μου. Μὰ πότε γιορτάζει παπᾶ μου;»
«Τριάντα Αὐγούστου καὶ Τρίτη τῆς Λαμπρῆς»
Τότε ἡ κυρία Σταυρούλα, «Παπᾶ μου, τριάντα Αὐγούστου εἶδα τὸ ὄνειρο. Θέλω πολὺ παπᾶ μου νὰ δῶ τὸ εἰκόνισμα, γιατί τούτη ἡ ὄψη ποὺ εἶδα, ἦταν ὅπως τῆς μάνας μου ποὺ ἔχασα 13 χρονῶν»
Τελείωσε τὸ εἰκόνισμα. Πρώτη ἐπίσκεψη στὸ σπίτι τῆς κυρίας Σταυρούλας. Ἡ κυρία Σταυρούλα δὲν ἀντέχει, σωριάζεται, φωνάζει. Αὐτὴ εἶναι, αὐτὴ εἶναι ἡ Ἁγία καὶ μάνα μου, ἡ Ἁγία Βρυώνη.
Κι ὅμως ἡ κυρία Σταυρούλα καὶ ὁ ἄντρας της δὲν ξεχνοῦν αὐτὸ ποὺ τοὺς ζήτησε ἡ Ἁγία Βρυώνη. Μὲ τὴ βοήθεια ὅλων τῶν προσφύγων ποὺ μετακόμισαν στὸ χωριὸ καὶ τοῦ πάτερ τῆς Τίμης ὀρθώθηκε καὶ κτίστηκε τὸ σπίτι τῆς Ἁγίας Βρυώνης στὰ Μανδριὰ τῆς Πάφου, κοντὰ στὴ θάλασσα, τὸ πανέμορφο ἐκκλησάκι ποὺ ἀπὸ τὴ μέρα ποὺ κτίστηκε καὶ λειτούργησε, δὲ παύει νὰ θαυματουργεί.
Ἡ Ἁγία Βρυώνη φαίνεται νὰ εἶναι πολὺ θαυματουργή, ἀφοῦ μὲ τὰ διάφορα θαύματα της, χρόνο μὲ χρόνο αὐξάνει σὲ σημαντικὸ ἀριθμὸ τοὺς προσκυνητές της.
Ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Βρυώνης ἑορτάζεται στὶς 30 Αὐγούστου, ὅπου γίνεται καὶ πανήγυρης καὶ πολλοὶ εἶναι οἱ πιστοὶ ποὺ ἔρχονται γιὰ νὰ προσκυνήσουν στὴ χάρη της. Ἐπίσης, καθημερινὰ ἔρχονται πιστοὶ γιὰ νὰ ἀνάψουν ἕνα κερὶ καὶ νὰ προσευχηθοῦν καθὼς τὸ ἐκκλησάκι δὲν κλείνει.