Οι άνθρωποι υποκύπτουν στον οικονομικό εκβιασμό και στην απειλή άμεσης σωματικής βίας.
Όταν υποκύπτουν – προφανώς υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι άνθρωποι αντιστέκονται ακόμη και σε αυτά τα δύο.
Δύσκολα όμως – χρειάζεται ιδιαίτερο θάρρος για να ριψοκινδυνεύσεις να μείνεις άνεργος, άστεγος, χωρίς εισόδημα, ή να υποστείς πόνο, τραυματισμό, βασανιστήρια, εγκλεισμό στη φυλακή ή θανάτωση.
Κατά τα άλλα όμως, η άσκηση εξουσίας προϋποθέτει κάποια μορφή πειθούς.
Χωρίς βέβαια να αποσυνδέεται από τη σωματική διάσταση –η εξουσία ασκείται πάντοτε επί σωμάτων– η πειθώ είναι κρίσιμο συστατικό των περισσότερων μορφών εξουσίας, ιδίως στις νεωτερικές (καπιταλιστικές) κοινωνίες, όπου η αποκλειστικά κατασταλτική εξουσία κρίνεται αντιπαραγωγική και η απειλή της απόλυσης δεν επαρκεί ως (αντι-)κίνητρο προκειμένου να εξασφαλίζουν τη μέγιστη δυνατή αποδοτικότητά τους οι μηχανισμοί εκμετάλλευσης των εργαζομένων.
Ενας συνήθης τρόπος άσκησης εξουσίας διά μέσου της πειθούς είναι η ιδεολογία – ένας άλλος είναι η προπαγάνδα.
Την εποχή της κρίσης, των πολιτικών λιτότητας και της συνακόλουθης ταξικής και γενικότερης κοινωνικο-πολιτικής πόλωσης, η προπαγάνδα έχει επικρατήσει κατά μέγα μέρος στον ελληνικό δημόσιο λόγο ως μορφή άσκησης πειθούς.
Αν ορίσουμε την προπαγάνδα ως τη συστηματική και οργανωμένη παραβίαση της αλήθειας με σκοπό την άσκηση πειθούς επί του κοινού στο οποίο απευθύνεται, εύκολα αντιλαμβανόμαστε τη διαφορά της από την ιδεολογία.
Η δεύτερη κατασκευάζει μια γενική αναπαράσταση του κοινωνικού κόσμου από μια ορισμένη κοινωνικο-πολιτική σκοπιά και η εξουσιαστική της επενέργεια ως «πειθούς» συνίσταται στην αποδοχή και οικειοποίηση από μέρους των ανθρώπων τής εν λόγω αναπαράστασης κατά τρόπο ώστε οι πράξεις τους να απορρέουν ως «φυσική συνέπεια».
Ο Λουί Αλτουσέρ, στην πιο διάσημη σχετική διατύπωσή του, έχει πει πως η ιδεολογία συγκροτεί (ή «εγκαλεί») τα άτομα ως υποκείμενα – που σημαίνει ότι δεν ασκεί απλή επιρροή επάνω τους αλλά κατασκευάζει εκ βάθρων ολόκληρο τον τρόπο σκέψης τους ούτως ώστε να κρίνουν, να αποφασίζουν και να πράττουν στην καθημερινότητά τους αβίαστα σύμφωνα με την (εκάστοτε) ιδεολογία.
Η προπαγάνδα, απ’ την άλλη, έχει πιο συγκεκριμένη στόχευση – και η εμβέλειά της ως πειθούς είναι αναλόγως πιο στενά οριοθετημένη.
Για παράδειγμα, στο προπαγανδιστικό τέχνασμα της περίφημης «θεωρίας των δύο άκρων», στόχος ήταν η σπίλωση της (αντιμνημονιακής) Αριστεράς διά μέσου της εξομοίωσής της με τη Χρυσή Αυγή.
Δεν καθοριζόταν γενικότερα η στάση ή η συμπεριφορά των ανθρώπων που πείθονταν από αυτή τη «θεωρία» – απλώς, στην «καλύτερη» περίπτωση, δεν θα (ξανα)ψήφιζαν Αριστερά.
Θα διακινδυνεύσω τώρα να προτείνω τη δική μου «θεωρία των δύο άκρων».
Αναφέρομαι σε μια «θεωρία των δύο άκρων της προπαγάνδας» ως προς την αποτελεσματικότητά της.
Στο ένα άκρο: η απόλυτα αποτελεσματική προπαγάνδα.
Πριν από ένα μήνα περίπου, βρισκόμουν σε υπεραστικό λεωφορείο επιστρέφοντας από μια ημερίδα στον Βόλο.
Πίσω μου καθόταν μια κυρία, που ενώ μιλούσε στον σύντροφό της από τα λεγόμενά της συμπέραινες πως ήταν πλήρως δεκτική σε όσα προπαγανδιστικά άκουγε από τα καθεστωτικά ΜΜΕ εναντίον της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία απλώς επαναλάμβανε χωρίς να τα αμφισβητεί.
Κάποια στιγμή όμως αποφάσισε να «δημιουργήσει».
Υποστήριξε, πρώτον, ότι επί κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ δεν μπαίνουν πια φωτιές στα δάση και, δεύτερον, ότι αυτό σημαίνει πως τις φωτιές επί προηγούμενων κυβερνήσεων τις έβαζαν οι συριζαίοι και οι αριστεροί γενικότερα.
Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια περίπτωση όπου η κεντρική θέση του Αλτουσέρ για την ιδεολογία ισχύει και για την προπαγάνδα.
Η απόλυτα επιτυχημένη προπαγάνδα συγκροτεί άτομα ως υποκείμενα.
Η κυρία στο λεωφορείο είχε μάθει να σκέφτεται αντι-συριζαϊκά σε τέτοιο βαθμό, ώστε δεν πειθόταν απλώς από τη σχετική προπαγάνδα, κατασκεύαζε κιόλας από μόνη της προπαγανδιστικές «θεωρίες».
Πέρσι, ακριβώς τέτοιες μέρες, είχα πάει στη συγκέντρωση υπέρ του «όχι» στο Σύνταγμα.
Πριν βγω από τον σταθμό του μετρό, αντίκρισα ένα θέαμα ανεπανάληπτο.
Μια εντυπωσιακά μαζική διαδήλωση μέσα στον σταθμό, με τους διαδηλωτές να βροντοφωνάζουν ένα και μοναδικό σύνθημα (ήταν το σύνθημα που κυριάρχησε και στην «κανονική» συγκέντρωση εκτός μετρό): «Αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι».
Εδώ έχουμε να κάνουμε με το άλλο άκρο της προπαγάνδας ως προς την αποτελεσματικότητά της: μια απόλυτα αποτυχημένη προπαγάνδα, μια προπαγάνδα που όχι απλώς δεν πείθει αλλά που επιφέρει αντίθετα προς τον στόχο της αποτελέσματα.
Ειπώθηκε ότι το μεγάλο ποσοστό υπέρ του «όχι» οφείλεται στην αντίδραση του κόσμου ενάντια στο προπαγανδιστικό όργιο των καθεστωτικών ΜΜΕ υπέρ του «ναι».
Αυτό ίσως είναι λίγο υπερβολικό, μπορούμε ωστόσο να συμπεράνουμε ότι και η προπαγάνδα έχει τα όριά της.
Κύρκος Δοξιάδης
efsyn.gr








