Ενδείξεις ότι η Τουρκία ενεργοποίησε τα ραντάρ των αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 προκειμένου να εντοπίσει ελληνικά, αμερικανικής κατασκευής, μαχητικά F-16 κατά την επιστροφή τους από την άσκηση «Ευνομία» στα ανοιχτά της Κύπρου στις 27 Αυγούστου 2020, φαίνεται ότι αποτέλεσαν τον κώδωνα κινδύνου που αφύπνισε την Ουάσιγκτον για την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο το προηγούμενο χρονικό διάστημα.

Το συγκεκριμένο επεισόδιο ακολούθησε λίγες ημέρες μετά (12 Σεπτεμβρίου) η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάικ Πομπέο στην Κυπριακή Δημοκρατία και λίγο αργότερα (27-29 Σεπτεμβρίου) στην Ελλάδα (Θεσσαλονίκη και Σούδα).
Στην επιχείρηση της 27ης Αυγούστου η τουρκική αεράμυνα δεν είχε αντιληφθεί την ανάπτυξη των F-16 από τη βάση της Σούδας προς την Κύπρο και κατά την επιστροφή, είχε επιχειρηθεί, με βάση πληροφορίες της «Κ», ο εντοπισμός (και όχι εγκλωβισμός) τους, με τη βοήθεια τουρκικού αεροσκάφους έγκαιρης προειδοποίησης και ελέγχου που είχε ως σκοπό τον εντοπισμό των ελληνικών μαχητικών.
Η συνέχεια έγινε και τότε γνωστή, καθώς τα έξι F-16, με τη βοήθεια τεσσάρων ακόμη μαχητικών της Πολεμικής Αεροπορίας από τη βάση της Σούδας, ενεπλάκησαν με τουρκικά μαχητικά στην περιοχή νότια Ρόδου και ανατολικά Κρήτης. Τις επόμενες ημέρες το τουρκικό ιπτάμενο ραντάρ (Boeing 737 AEW&C) χρησιμοποιήθηκε και άλλες φορές με σκοπό τον εντοπισμό των ελληνικών μαχητικών.
Ανεξάρτητα, πάντως, από τις αποφάσεις που θα λάβει η Αγκυρα το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα σχετικά με την αεράμυνά της, η προηγούμενη εβδομάδα ήταν κομβική από πολλές απόψεις, με βασικό γεγονός την τριήμερη επίσκεψη του κ. Πομπέο στη Θεσσαλονίκη και τη Σούδα.
Όπως προκύπτει από τον μόνιμο ελλιμενισμό της πλωτής πλατφόρμας υποστήριξης επιχειρήσεων USS Hershel «Woody» Williams στις εγκαταστάσεις της Σούδας, οι ΗΠΑ ενισχύουν ουσιαστικά την παρουσία τους στην Κρήτη. Η υποστήριξη ενός πλοίου εκτοπίσματος 106.000 τόνων με δυνατότητες μεταφοράς ελικοπτέρων, UAV και άλλων συστημάτων, προϋποθέτουν σημαντικές αλλαγές στη βάση της Σούδας. Εξίσου προφανής είναι η απόφαση των ΗΠΑ να στηρίξουν την Ελλάδα στην ευρισκόμενη σε εξέλιξη ήδη από το 2016 (η «Κ» έχει επανειλημμένως επανέλθει στο θέμα έκτοτε) προσπάθεια για τη μετατροπή του Ναυστάθμου Κρήτης του Πολεμικού Ναυτικού στη Σούδα, σε βάση μόνιμου ελλιμενισμού τουλάχιστον μιας μοίρας του Στόλου.
Στόχος ολοκλήρωσης αυτής της μεταφοράς μονάδων του Π.Ν. στην Κρήτη είναι το 2023, η βάση της Σούδας να έχει μετατραπεί σε έναν δεύτερο Ναύσταθμο με δυνατότητες προβολής ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο. Όσο εξειδικεύεται η νέα, διευρυμένη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA), θα προκύπτουν και τα επόμενα τμήματα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων που θα αναπτύσσονται στην Ελλάδα (όπως π.χ. η στάθμευση ιπτάμενων τάνκερ KC-135 στην Λάρισα).
Η σημασία της Κρήτης
Η Κρήτη, γενικότερα, φαίνεται ότι μετατρέπεται σε κόμβο συγκέντρωσης στρατιωτικής ισχύος με υποδομές οι οποίες θα μπορούν να φιλοξενήσουν όχι μόνο ελληνικές και αμερικανικές δυνάμεις, αλλά και μονάδες από αραβικές χώρες, όπως έγινε τις προηγούμενες εβδομάδες με την περίπτωση των αεροσκαφών από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα στη Σούδα. Ανάλογες συνεργασίες αναμένονται και με τη Σαουδική Αραβία. Επίσης, είναι ειλημμένη απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης η στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ να αποκτήσει στενές σχέσεις που θα μεταφραστούν σε παρουσία στο ελληνικό έδαφος με διάφορους τρόπους, με έμφαση στην αμυντική βιομηχανία και όχι μόνο. Και στην περίπτωση των Ισραηλινών, η Κρήτη αποτελεί κρίσιμο κρίκο της στρατηγικής συνεργασίας με την Ελλάδα. Δεν είναι μόνο η Σούδα που πρόκειται να αναπτυχθεί τα επόμενα χρόνια, καθώς στην Κρήτη υπάρχουν και άλλες κρίσιμες υποδομές.
Νέο «μέτωπο»
Πέρα από το ευρύτερο γεωπολιτικό παιχνίδι, η Αθήνα έχει στραμμένη την προσοχή της στην ευρισκόμενη σε εξέλιξη προσπάθεια για επανεκκίνηση των διερευνητικών επαφών. Οι προσδοκίες είναι υπαρκτές, αλλά μειωμένες, δεδομένης της ρητορικής δύο ταχυτήτων που ακολουθούν οι Τούρκοι. Στο εξωτερικό έχουν μειώσει τους τόνους σε μια προσπάθεια διάχυσης της εντύπωσης μιας χώρας που σέβεται το διεθνές δίκαιο, ενώ προς το εσωτερικό ο πρόεδρος Ερντογάν, και όχι μόνον αυτός, μιλούν για «δικαιώματα» της χώρας από τον Καύκασο μέχρι την… «οθωμανική» Ιερουσαλήμ. Τις επόμενες εβδομάδες ένα ιδιαίτερα απαιτητικό στοιχείο για την ελληνική, αλλά κυρίως την κυπριακή διπλωματία, θα είναι το αίτημα από την Ε.Ε. (όπως αποτυπώθηκε στα συμπεράσματα του Συμβουλίου Κορυφής) για πολυμερή διάσκεψη για την Ανατολική Μεσόγειο. Πρακτικά το Συμβούλιο υιοθέτησε μια πρόταση της Αγκυρας. Από την Αθήνα οι αρχικές αντιδράσεις είναι χλιαρές, ωστόσο προβληματίζει η μορφή που θα λάβει, δεδομένου ότι η Αγκυρα θα πιέσει για ισότιμη εκπροσώπηση του ψευδοκράτους. Βέβαια, σε περίπτωση τέλεσης μιας τέτοιας διάσκεψης, η Τουρκία θα πρέπει, με τη σειρά της, να αποδεχθεί την παρουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Προφανής στόχος αυτής της παραγράφου είναι η άσκηση πίεσης, ώστε αμέσως μετά τις αποκαλούμενες «εκλογές» στα Κατεχόμενα, να αρχίσει μια διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού, υπό τις απειλές, μεταξύ άλλων, για εποίκιση των Βαρωσίων και ενώ τα πλωτά γεωτρύπανα και τα ερευνητικά της ΤΡΑΟ συνεχίζουν τις δραστηριότητές τους εντός της υφαλοκρηπίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Βασίλης Νέδος
kathimerini.gr








