Οι συζητήσεις για τις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας, όσο πρόσφατες κι αν είναι, επηρεάζονται, δυστυχώς ακόμη και σήμερα, από ένα πλήθος ιστορικών δεδομένων, που η πολιτισμική σημασία τους όσο και η τραυματική ιστορική ύπαρξή τους εντοπίζονται ήδη στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες.
Την περίοδο αυτή σαφώς και δεν υπήρχε ελληνική πολιτεία, υπήρχαν όμως ελληνίζοντες χριστιανοί, που συνέβαλαν στη διάδοση του χριστιανισμού, με την αποκοπή του από τον ιουδαιοχριστιανισμό, όπως προϋπήρχε του χριστιανισμού και ένας ελληνισμός (σπεύδω να δηλώσω ότι ο όρος δεν χρησιμοποιείται, όπως και στη συνέχεια θα καταδειχθεί, ως ελληνικό εφεύρημα) που ενώ πάλευε με τον θάνατο, διεχέετο ωστόσο πολιτισμικά σε ολόκληρο τον μεσογειακό αλλά και τον ευρωπαϊκό χώρο, αιμοδοτώντας και καθορίζοντας ιδεολογικά τον χριστιανισμό.
Oσο παρακινδυνευμένο κι αν κρίνεται να αναφερθεί κανείς, στο πλαίσιο ενός σύντομου άρθρου, στο φορτισμένο ζήτημα της σχέσης ελληνισμού και χριστιανισμού, άλλο τόσο απαραίτητη είναι μια τέτοια αναφορά. Και κρίνεται απαραίτητη, διότι μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση των σημερινών δυσκολιών στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας, αλλά και να αιτιολογήσει και να δικαιολογήσει την ιδιαιτερότητα της σχέσης αυτής, σε σύγκριση με άλλες χριστιανικές χώρες, καθώς και τη σοβαρότητα που θα πρέπει να επιδείξουμε στον σχετικό διάλογο.
Θα ξεκινήσω με την αξιέπαινη πράγματι έρευνα της «Εφ. Συν.» (15-10-2015), που ζήτησε από τους σεβασμιότατους μητροπολίτες Αρκαλοχωρίου Ανδρέα, Σιατίστης Παύλο και Ναυπάκτου Ιερόθεο να παρουσιάσουν τις ενδιαφέρουσες πράγματι θέσεις τους για τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας στην Ελλάδα.
Νομίζω ότι αν εξαιρέσω την άκρως εκκοσμικευμένη, νηφάλια διευκρινιστική, όσο και χρήσιμη ίσως άποψη του μητροπολίτη Ιερόθεου, ότι «δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για σχέση Κράτους και Εκκλησίας, αλλά για καθορισμό σχέσεως μεταξύ κρατικής και εκκλησιαστικής διοίκησης», υπάρχει ένα κοινό, κατά τη γνώμη μου, βασικό και χρήσιμο στοιχείο στις θέσεις των μητροπολιτών Ανδρέα και Παύλου, με το οποίο συμφωνώ απολύτως, φωτίζοντάς το όμως από εντελώς διαφορετικά αντίθετη κατεύθυνση.
Το αδιαμφισβήτητο, νομίζω, κοινό βασικό στοιχείο των θέσεών τους είναι η παραδοχή της ιστορικά εδραιωμένης πολυσύνθετης ιδιαιτερότητας στη σχέση Κράτους και Εκκλησίας στην Ελλάδα, που όμοιά της δεν υπάρχει σε καμία άλλη χριστιανική χώρα. Ολοι άλλωστε συμφωνούμε επίσης ότι στις δύσκολες αυτές στιγμές, με τραυματισμένη όσο ποτέ άλλοτε, τόσο ύπουλα και μακροπρόθεσμα καταστροφικά, τη χώρα, ζητούμενο είναι η δημιουργική συναίνεση και όχι ο κοινωνικός διχασμός.
Επειδή κρίνω ότι θα ήταν παρακινδυνευμένο να χρησιμοποιήσω ελληνικές πηγές και Ελληνες διανοητές, ποιητές και δημιουργούς για να υποστηρίξω την ιδιαιτερότητα της σχέσης ελληνισμού και χριστιανισμού, επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω δύο χαρακτηριστικότατα αποσπάσματα από το κλασικό σύγγραμμα των διακεκριμένων Γερμανών φιλοσόφων W. Windelband & H. Heimsoeth «Εγχειρίδιο Ιστορίας της Φιλοσοφίας» (Α΄ τόμος, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1991, σ. 247, 250). Τα παραθέτω λοιπόν συνεχόμενα:
«Και ο χριστιανισμός, καθώς υπερασπιζόταν τον εαυτό του απέναντι στην παλαιά φιλοσοφία, χρησιμοποίησε τον εννοιολογικό οπλισμό της για να χτίσει το σύστημα των δογμάτων του […] Και το μεγάλο ιστορικό βήμα που συντελέστηκε με αυτό [με την απόκτηση δηλαδή του δόγματος από τη θρησκευτική κοινότητα] ήταν ότι ο ελληνισμός ακόμη και κατά τη μακρά πάλη του με το θάνατο δημιούργησε τα εννοιολογικά μέσα με τα οποία διαμορφώθηκε σε δόγμα η νέα θρησκεία».
Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία, με τον Αριστοτέλη, αλλά πολύ πιο ιδιαίτερα με τον πλατωνισμό, τον στωικισμό της ελληνιστικής περιόδου, τον νεοπυθαγορισμό του 1ου αιώνα μ.Χ. και τον νεοπλατωνισμό του 3ου αιώνα μ.Χ. τροφοδοτούσε διαρκώς τον χριστιανισμό με πρωτόγνωρα εννοιολογικά σχήματα, δίχως τα οποία ουδέποτε αυτός θα μπορούσε να αποποιηθεί την ιουδαιοχριστιανική μορφή του, και εξελληνιζόμενος να ολοκληρωθεί θεολογικά και να διαχυθεί στην οικουμένη.
Απαντώντας, ειρήσθω εν παρόδω, με ιδιαίτερο σεβασμό, στην άποψη του σεβασμιότατου μητροπολίτη Σιατίστης Παύλου, ότι «Κατ’ αρχήν όλος ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός είναι κατά βάσιν Θεολογικός», ας μου επιτραπεί η θέση ότι προφανώς κάθε προσπάθεια αναζήτησης πρώτων αρχών και αιτιών μπορεί να στοιχειοθετεί μια οντοθεολογική μεταφυσική, όπως χαρακτηριστικότατα συμβαίνει με τον Αριστοτέλη, αλλά και με το στωικισμό, αργότερα.
Σίγουρα πάντως, τόσο ο Αριστοτέλης όσο και οι στωικοί προηγούνται της εμφάνισης του χριστιανισμού, και όχι αντιστρόφως, ενώ συγχρόνως ο «κατά βάσιν Θεολογικός» ελληνικός πολιτισμός μπορεί να είναι μεν θεολογικός (όπως πολλοί άλλωστε άλλοι προγενέστεροι και μεταγενέστεροι πολιτισμοί), αλλά δεν είναι θρησκευτικά χριστιανικός.
Η αλληλεπίδραση βέβαια ελληνισμού και χριστιανισμού δεν ήταν πάντα ιδεολογικής μορφής και αναίμακτη. Ο ελληνισμός συχνά κυνηγήθηκε, λιθοβολήθηκε και διαβλήθηκε. Μπορεί σίγουρα να υποστηριχθεί ότι, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ο χριστιανισμός οικοδομήθηκε πάνω στα ιστορικά αλλά και γόνιμα ερείπια του ελληνισμού.
Μέσα από αυτά τα ιστορικά δεδομένα σφυρηλατήθηκε μια πράγματι πολυσύνθετη, ακανθώδης και προβληματική σχέση, που η ιδιαιτερότητά της, εμφανιζόμενη και υπό την έννοια του ελληνοχριστιανισμού, σίγουρα δεν έχει μόνο αρνητικές ιστορικές εκφάνσεις. Αλλά στα θετικά στοιχεία αυτής της ιδιαιτερότητας, όπως και στην προσωπική μου τελικά θέση στο ζήτημα Κράτους και Εκλησίας, θα ήθελα, και λόγω χώρου, να αναφερθώ, από τη φιλόξενη αυτή στήλη, στο επόμενο άρθρο μου.








