Ολοι μαζί και η Ελλάδα χώρια

Όταν ο Αλ. Τσίπρας συνάντησε τον Ματέο Ρέντσι, στην κοινή συνέντευξη Τύπου ο Ιταλός πρωθυπουργός τόνισε ότι στην Ευρώπη τα πράγματα προχωρούν σιγά σιγά.

ελλας«Piano-piano» του είπε και ταυτόχρονα επισήμανε ότι μία μεγάλη αλλαγή, που σηματοδοτεί την εγκατάλειψη της πολιτικής της λιτότητας, είναι η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να ενισχύσει τη ρευστότητα στην Ευρώπη με πάνω από 1,1 τρισ. σε διάστημα 18 μηνών, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο αποπληθωρισμός. Επισήμανε ακόμη την πτώση του ευρώ συνεπεία αυτής της απόφασης, που θα ενισχύσει τις εξαγωγές, πέρα από τη ζήτηση και την παραγωγή εντός της Ευρώπης.

Αγνωστο αν έγιναν αντιληπτά (ήταν και μέτρια η μετάφραση) αυτά που είπε στη συνέντευξη ο ομόλογός του, αλλά κρίνοντας από όσα ακολούθησαν, ο πρωθυπουργός δεν τα έλαβε υπ’ όψιν και φυσικά δεν τα υιοθέτησε. Το αποτέλεσμα είναι ότι κάθε μέρα που περνάει δίνεται η εντύπωση ότι στην Ευρωπαϊκή Ενωση, και ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη, πορεύονται «όλοι μαζί και η Ελλάδα χώρια», καθώς η τελευταία επέλεξε τη μετωπική σύγκρουση και όχι τη σταδιακή («piano-piano») βελτίωση της κατάστασης μέσω των θεσμοποιημένων διαδικασιών και των κατεστημένων διεργασιών.

Είτε γιατί ο Αλ. Τσίπρας και η κυβέρνηση εμμένουν σε ιδεολογικά σχήματα, είτε γιατί είναι όμηροι των εξαγγελιών και υποσχέσεών τους, είτε γιατί παραμένουν αγκυλωμένοι σε επαναστατικά οράματα άμεσης και συνολικής αλλαγής στην Ευρώπη, περιμένοντας ταυτόχρονα την άνοδο στην εξουσία συμμάχων όπως οι Podemos στην Ισπανία και άλλων, που δεν ομολογούν, σε διάφορες χώρες. Εκτός και αν όραμα αποτελεί και η επιστροφή στη δραχμή, παρά τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου. Οπως και να έχει όμως, αν δηλαδή ισχύει κάποιο από τα «είτε» ή αν στόχος είναι όντως η επιστροφή στο νομισματικό παρελθόν, η κυβέρνηση δεν δίνει την εντύπωση συγκροτημένης ομάδας που ξέρει τι θέλει και πώς να βαδίσει για να το πετύχει.

Ασχέτως ελιγμών, παλινωδιών, υπαναχωρήσεων και μετονομασιών, η Αθήνα βρίσκεται συνεχώς αντιμέτωπη με τους θεσμούς, την Κομισιόν, το ΔΝΤ και την ΕΚΤ, που κρατούν απολύτως κοινή στάση απέναντί της. Το διαπιστώνει κάθε φορά και σε κάθε περίπτωση. Τρία «όχι» και ένα «ναι» άκουσε από τον Μ. Ντράγκι, όπως εύστοχα υπογραμμίζει ο τίτλος της «Καθημερινής» την περασμένη Παρασκευή, και θα ακούσει ένα ακόμη «όχι» αύριο στο Eurogroup εάν οι αναδιατυπωμένες μεταρρυθμίσεις, που δεσμεύεται με το έγγραφό του και τις οποίες θα παρουσιάσει ο Γ. Βαρουφάκης, δεν έχουν αλλάξει στο μεταξύ. Που σημαίνει ότι σε αυτή την περίπτωση εξανεμίζεται πάλι η ελπίδα της, σταδιακής έστω, εκταμίευσης της δόσης των 7,2 δισ. που είναι σε εκκρεμότητα.

Είναι σαφές ότι οι εταίροι δανειστές έχουν αποφασίσει να συμπεριφέρονται απέναντι στην Ελλάδα στη βάση της αρχής «εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν». Με την έννοια ότι μόνον αν και εφόσον οι υποσχόμενες μεταρρυθμίσεις είναι προς την κατεύθυνση που επιθυμούν και συμβαδίζουν με τους αποδεκτούς κανόνες από το σύνολο των εταίρων, θα ανταποκρίνονται θετικά. Από την άλλη πλευρά, η ΕΚΤ φροντίζει να κρατά ζωντανές τις ελληνικές τράπεζες, ενώ η απόφαση να εξαιρεθεί η Ελλάδα από τη συμμετοχή στο σχέδιο παροχής ρευστότητας του 1,1 τρισ. ευρώ μπορεί να οφείλεται και στο γεγονός ότι έχει ξεπεράσει το επιτρεπόμενο πλαφόν στα ομόλογα που αγοράζει.

Είναι φανερό, πάντως, ότι όσο η ελληνική κυβέρνηση αντιδρά στην προσαρμογή της στους κανόνες, θα επικρατεί κλίμα ανασφάλειας και αβεβαιότητας στην οικονομία με τις αναμενόμενες αρνητικές συνέπειες, που θα απαιτούν όλο και σκληρότερα μέτρα, αν και όταν επέλθει μία συμφωνία για νέο μνημόνιο, όπως και αν λέγεται αυτό.

Κάποιοι αισιόδοξοι πιστεύουν πως η ηγεσία της κυβέρνησης δεν θέλει πραγματικά και δεν μπορεί να πάρει την ευθύνη για επιστροφή στη δραχμή. Είναι όμως αναγκασμένη να «βουρλίζεται», όπως ήδη κάνει, για να ξεπεράσει τους ακραίους μέσα στο κόμμα και στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, που είναι πολλοί. Με λίγα λόγια, να προσαρμόζεται σταδιακά στις απαιτήσεις του αρραγούς μετώπου των θεσμών και των δανειστών. Αυτό θα το δούμε. Το σίγουρο είναι ότι η πολιτική που ευαγγελιζόταν και συνεχίζει να ευαγγελίζεται δεν χωράει στο σημερινό καθεστώς της Ευρωζώνης. Και επιπλέον, δεν γνωρίζουμε σε τι μάκρος και βάθος μπορεί να τραβήξει η υπομονή των άλλων, χωρίς να υπολογίσουμε το ενδεχόμενο «ατύχημα».

Άγγελος Στάγκος

kathimerini.gr

Τα σχόλια είναι κλειστά.