Η κρίση μιας γενιάς

Εδώ κι έναν αιώνα, η στάση απέναντι σ’ αυτήν τη μορφή του κόσμου που ονομάζουμε βιομηχανική κοινωνία χαρακτηρίζει τη θέση κάθε ανθρώπου και κάθε κοινωνικού κινήματος.

trochoi

Υπήρξαν, κυρίως, προτάσεις άρνησης και φυγής: αισθητισμός, πνευματισμός, λατρεία του πρωτόγονου και του υποσυνείδητου κ.λπ., κι ανάμεσα σ’ αυτές άλλες κακές κι άλλες καλές, όπως, για παράδειγμα, να πάμε να ζήσουμε στην επαναστατημένη Νικαράγουα ή την Κούβα, δεν ήταν όμως αληθινές λύσεις.

Ισως γι’ αυτό οι ανάγκες μας υπήρξαν διαφορετικές και θα μπορούσαμε να πούμε ότι εδώ και μερικά χρόνια, από τη μεταπολίτευση κι ύστερα, η κουλτούρα της άρνησης και της φυγής από τον σύγχρονο κόσμο δεν είχε μεγάλη τύχη. Η πρόθεσή μας ήταν να μπούμε στην Ιστορία, να εισβάλουμε σ’ αυτόν τον κόσμο του βιομηχανικού πολιτισμού, να τον δεχτούμε για να τον μετατρέψουμε και να τον καθοδηγήσουμε.

Και οι επιλογές μας στον χώρο των ιδεών έγιναν με την προοπτική μιας μεταβολής αυτού του κόσμου από παράλογο σε ορθολογικό, από έναν κόσμο της αποξένωσης και της υποταγής σε έναν κόσμο που θα υποτάσσεται στις επιθυμίες μας, εργαλείο στην υπηρεσία της ανθρώπινης ελευθερίας.

Πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τη συμπεριφορά μας; Η γενιά μας, η γενιά που εμφανίστηκε στη δημόσια ζωή -και στην κομματική- μετά τη μεταπολίτευση, δεν χαρακτηρίστηκε από εκκεντρικότητα, ούτε από κάποιο ιδιαίτερο τρόπο ζωής, αλλά από το ότι ήξερε τι ήθελε, είχε καθαρές ιδέες και έβαζε θέματα ηγεμονίας.

Εφτασε νομίζω η στιγμή ν’ αναρωτηθούμε: Κατάφερε η γενιά μας να διευθύνει πραγματικά κάτι; Κατάφερε ν’ αλλάξει κάτι στο εσωτερικό του συστήματος -και των κομμάτων- ή στην οργάνωση της αντίστασης στο σύστημα και τους κομματικούς μηχανισμούς;

Με μια πρώτη ματιά, έρχεται ν’ απαντήσεις: ναι! Πολλά πράγματα άλλαξαν, όπως το πολιτισμικό μας πανόραμα, η γενιά μας είδε πολλά από τα ιδανικά της να πραγματώνονται, πολλούς από τους ανθρώπους της να κατακτούν θέσεις-κλειδιά στη δημόσια ζωή.

Ακριβώς όμως τη στιγμή που συγχαίρουμε τον εαυτό μας που τελικά έκανε σωστές προβλέψεις και επιλογές, βλέπουμε τα πράγματα να μην έχουν την εξέλιξη που περιμέναμε.

Στην όλο και μεγαλύτερη στροφή προς το «υποκειμενικό», αντιστοιχούσε μια έντονη «δημιουργική ακινησία». Η ηθική ένταση που θέλαμε να διαφυλάξουμε, λίμναζε στο τέλμα των καθημερινών συμβιβασμών.

Οι άνθρωποι του συστήματος -και των κομμάτων- ανακάλυπταν ότι κέρδισαν πολύ γρήγορα και ενσωματώθηκαν στο σύστημα –και τους κομματικούς μηχανισμούς- που ήθελαν ν’ αλλάξουν από μέσα.

Οι άνθρωποι της επαναστατικής αντίστασης στο σύστημα –και στο κομματικό κατεστημένο- κατάλαβαν ότι η αντίσταση που προτείνουν είναι ακόμη μερική, ότι τα δύο αντίπαλα μέρη αλληλεξαρτώνται, ότι η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σ’ αυτό που ελπίζουν είναι ακόμη ακαθόριστη.

Οι διανοούμενοι που ήθελαν να δώσουν ένα ύφος κι ένα χαρακτηρισμό στην εποχή τους -και στο κόμμα τους- βρίσκονταν καταπιεσμένοι από την εκλεκτική συνύπαρξη όλων των χαρακτηρισμών.

Οι σύζυγοι, τέλος, άντρες και γυναίκες, πήραν όλοι διαζύγιο και ξαναπαντρεύτηκαν με γυναίκες και άντρες από τους οποίους θα ‘θελαν να ξαναχωρίσουν.

Αν κι αυτό για το οποίο θρηνούμε δεν είναι πολύ, το κυρίαρχο αίσθημα είναι εκείνο της ανικανοποίησης. Αντίθετα, το θλιβερό είναι ότι δεν ξέρουμε αν είναι χειρότερα να είμαστε ανικανοποίητοι ή ικανοποιημένοι.

Η ανικανοποίηση μπορεί να είναι η ένδειξη μιας χαμένης (κομματικής;) ύπαρξης. Η ικανοποίηση το σημάδι μιας χαμένης (κομματικής;) ψυχής.

Φοίβος Γκικόπουλος

efsyn.gr

Τα σχόλια είναι κλειστά.