«H XAMENH TIMH THΣ ΚΑΤΑΡΙΝΑ ΜΠΛΟΥΜ»  μυθιστόρημα του Χάινριχ  Μπελ

Από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ κυκλοφορεί η σειρά «ΜΕΓΑΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ», υπεύθυνος της οποίας είναι ο Δημήτρης Στεφανάκης. Στη σειρά αυτή «εντάσσονται έργα ορόσημα της  παγκόσμιας πεζογραφίας, έργα συγγραφέων που έσπασαν το φράγμα του χρόνου και αξίζει  να διαβάζονται από όλους  ως μέρος μιας συναρπαστικής επικαιρότητας που μας αφορά».

Ένα από  αυτά είναι το βιβλίο του βραβευμένου το 1972 με Νόμπελ Λογοτεχνίας Γερμανού συγγραφέα Χάινριχ Μπελ, με τίτλο «Η ΧΑΜΕΝΗ ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΡΙΝΑ ΜΠΛΟΥΜ» και υπότιτλο «πώς μπορεί να γεννηθεί και πού μπορεί να οδηγήσει η βία».

Η πρώτη έκδοσή του στα Ελληνικά τον Απρίλη του 2019, με εξαιρετικό εξώφυλλο από τον Redoine Amzian, κατατοπιστικό πρόλογο (για το περιεχόμενο του έργου, την τέχνη και το ύφος του συγγραφέα, τη διαχρονικότητα των μηνυμάτων) από τη Σώτη Τριανταφύλλου και εξαιρετική μετάφραση (με διευκρινιστικές σημειώσεις) από το Δημήτρη Δημοκίδη.

Έργο γνωστό, γραμμένο το 1974, γερμανική κινηματογραφική ταινία του 1975 και πολλές φορές θεατρική παράσταση σε διάφορα  μέρη του κόσμου, με καίρια και διαχρονικά μηνύματα για ολόκληρη την ανθρωπότητα.

Μεταφερόμαστε στην Κολωνία του 1974, στη γενέθλια πόλη του συγγραφέα, ο οποίος στο σύντομο μυθιστόρημα των  διακοσίων μόλις σελίδων καταγράφει τέσσερις μέρες από τη ζωή της Καταρίνα Μπλουμ. Πρόκειται για μια εικοσιεπτάχρονη οικιακή βοηθό στο σπίτι του δικηγόρου Μπλόρνα, κορίτσι φτωχής οικογένειας , που αποφασίζει μια Τετάρτη (τότε που τα αφεντικά της φεύγουν για διακοπές και αρχίζει το τετραήμερο ξεφάντωμα του καρναβαλιού), να συμμετάσχει σε αποκριάτικο πάρτυ, για να ξεφύγει από τη μοναξιά και τη ρουτίνα της καθημερινότητας.

Εκεί γνωρίζει τον καταζητούμενο από το κράτος για τρομοκρατική ενέργεια και τραπεζική ληστεία Λούντβιχ Γκέτεν και περνά μαζί του τη νύχτα σπίτι της. Χωρίς να ξέρει κάτι γι’ αυτόν  γοητεύεται, αλλά η ζωή της αλλάζει, γιατί παρακολουθείται το τηλέφωνό της και όταν εισβάλλουν σπίτι της αστυνομικοί μαζί με δημοσιογράφους, τον βοηθά να διαφύγει,  μπλέκει όμως άσχημα και οδηγείται στο τμήμα για κατάθεση.

Η κατάθεση γίνεται ανάκριση που διαρκεί πολύ, ο σκανδαλοθηρικός τύπος την ενοχοποιεί, βάζει τη φωτογραφία της πρωτοσέλιδα, ασχολείται με προσωπικά της δεδομένα( παρελθόν, θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις, αποτυχημένος γάμος, συνεντεύξεις πρώην συζύγου, επίσκεψη  δημοσιογράφου σε νοσοκομείο νοσηλείας της άρρωστης μητέρας της Μαρίας και συνέντευξη από αυτήν ).

Ο δικηγόρος Μπλόρνα ενημερώνεται από τον τύπο για την Καταρίνα και μην μπορώντας να πιστέψει κάτι από όσα διαβάζει, αποφασίζει να επιστρέψει και να την υπερασπιστεί, αλλά στοχοποιείται κι αυτός. Ανακρίνεται όλο το περιβάλλον της, η μάνα της πεθαίνει, ο αδερφός της  είναι  στη φυλακή για αδικήματα, ο καταζητούμενος Λούντβιχ συλλαμβάνεται στο εξοχικό πολιτικού που της είχε χαρίσει δαχτυλίδι και της είχε δώσει κλειδιά, να συναντηθούν εκεί, αν και παντρεμένος. Η τιμή και η υπόληψή της χάνονται, ο νόμος της ζούγκλας κυριαρχεί, δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει έτσι, αν και οραματίζεται το μέλλον της δίπλα στον αγαπημένο της Λούντβιχ, μετά την αποφυλάκισή τους.

Την Κυριακή επιδιώκει συνάντηση με το δημοσιογράφο Τέτγκες που έφτασε τη μητέρα της στο θάνατο και διέσυρε την ίδια στην κοινή γνώμη. Τον ψάχνει , εκείνος πηγαίνει σπίτι της να της πάρει συνέντευξη και της μιλάει πρόστυχα. Εκείνη τον εκτελεί στις 12.15 μεσημέρι και αισθάνεται δικαιωμένη. Περιπλανιέται λυτρωμένη στην πόλη ως τις 19.05 που τηλεφωνεί στον επιθεωρητή, να του πει τι έχει γίνει.

Το βιβλίο τελειώνει την τετάρτη και τελευταία μέρα του καρναβαλιού . Η Καταρίνα έχει οδηγηθεί με την αυτοδικία στην κάθαρση, ενώ ο Τέτγκες είναι νεκρός, αφού σύμφωνα με τη σημείωση του Δημοκίδη (σελίδα 18) το όνομά της προέρχεται από την ελληνική λέξη «κάθαρσις» και το Τέτγκες από το tot = νεκρός.

Μια συγκλονιστική ιστορία χωρισμένη σε 58 μικρά κεφάλαια, με θέματα νομικού, κοινωνικού και εγκληματολογικού περιεχομένου,  που διαβάζονται εύκολα , χωρίς καμία συναισθηματική ή ιδεολογική συμμετοχή του αφηγητή – παρατηρητή στα δρώμενα, ένα θαύμα συμπύκνωσης και ειρωνίας κατά την Sunday Telegraph. Χωρίς τίποτα το περιττό, με ανάδρομη αφήγηση και  ακρίβεια στο χειρισμό του λόγου, τόσα χρόνια μετά επίκαιρο όσο ποτέ: για τη Γερμανία και τα προβλήματά της, τη θέση  της γυναίκας και το ρατσισμό που αντιμετωπίζει, ειδικά αν εξαρτάται από «αφεντικά» ή αν προέρχεται από κατώτερα κοινωνικά στρώματα.

Για ρόλο των δημοσιογράφων , τον κιτρινισμό του τύπου και τα fake news, το διασυρμό της ανθρώπινης προσωπικότητας και των γεγονότων, τις διάφορες μορφές βίας(κατά τον ίδιο ως απάντηση στον υπότιτλο: η τρομοκρατία ήταν αποτέλεσμα και όχι αίτιο της κρατικής βίας), τα ανθρώπινα όρια, το ρόλο της θρησκείας και της πολιτικής, για την ύβρη και την τιμωρία και τέλος την αυτοδικία και την κάθαρση.

Ο Νομπελίστας Χάινριχ Μπελ (1917 – 1985) είχε πει «όταν με ρωτούν πώς ή γιατί  γράφω αυτό ή το άλλο , έρχομαι πάντα σε δύσκολη θέση. Θα ήθελα πολύ να προσφέρω τόσο σ’ αυτόν που με ρωτάει όσο και στον εαυτό μου μια διεξοδική απάντηση, αλλά ποτέ δεν το καταφέρνω. Δεν μπορώ να ανασυνθέσω το πλαίσιο της δημιουργίας καθ’ ολοκληρίαν, ωστόσο μακάρι να μπορούσα, ώστε τουλάχιστον η δική μου λογοτεχνία να γίνει μια διαδικασία λιγότερο μυστηριώδης και περισσότερο απτή , σαν να φτιάχνεις γέφυρες και να ψήνεις ψωμί». Νομίζω ότι αυτό το έχει καταφέρει και με το παραπάνω, κάτι που ο καθένας  μπορεί να διαπιστώσει με την ανάγνωση των βιβλίων του.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΒΙΤΣΑΝΟΥ – ΝΤΑΝΟΥ