Πολλά προβλήματα υγείας για εννέα στους δέκα ασθενείς με Πάρκινσον

Οι ασθενείς με νόσο Πάρκινσον παρουσιάζουν συχνά πολλαπλά προβλήματα υγείας, άλλα από τα οποία είναι μη-κινητικά συμπτώματα της ασθένειάς τους και άλλα συνοδές καταστάσεις.

Τα προβλήματα αυτά κυμαίνονται από καρδιοπάθεια και μελάνωμα έως κατάθλιψη και ακράτεια και επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο την ποιότητα της ζωής τους. Καθιστούν επίσης απαραίτητο τον τακτικό προληπτικό έλεγχο (τσεκάπ), ούτως ώστε να γίνονται αντιληπτά και να αντιμετωπίζονται εγκαίρως, δεδομένου ότι μερικά μπορεί να απειλήσουν τη ζωή.

Η νόσος του Πάρκινσον είναι μία χρόνια, προοδευτικά εξελισσόμενη νευροεκφυλιστική νόσος, η δεύτερη συχνότερη στους ηλικιωμένους στην Ευρώπη έπειτα από τη νόσο Αλτσχάιμερ. Υπολογίζεται ότι προσβάλλει το περίπου 0,3% του γενικού πληθυσμού και το 1% των ατόμων στις ηλικίες άνω των 60 ετών, όπου καταγράφονται τα περισσότερα κρούσματά της. Στην Δυτική Ευρώπη υπολογίζεται ότι πάσχουν 828.000 άτομα, εκ των οποίων περίπου 23.000 στην Ελλάδα, σύμφωνα με παγκόσμια έρευνα  που δημοσιεύθηκε το 2018 στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet.

Η νόσος του Πάρκινσον προκαλεί ορισμένα πολύ χαρακτηριστικά κινητικά συμπτώματα. Το κυριότερο από αυτά είναι η επιβράδυνση των κινήσεων (βραδυκινησία) η οποία παρατηρείται σε όλους τους ασθενείς. Η βραδυκινησία μπορεί να συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα άλλα κινητικά συμπτώματα:

* Τρέμουλο (παρατηρείται σε δύο στους τρεις ασθενείς)

* Δυσκαμψία (παρατηρείται στο 90% των ασθενών)

* Αστάθεια κατά τη βάδιση.

Όπως εξηγεί ο νευρολόγος Παναγιώτης Ι. Ζήκος, υπεύθυνος του Ιατρείου Νόσου Πάρκινσον & Συναφών Διαταραχών του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας και του Κέντρου Πάρκινσον & Διαταραχών Μνήμης Γαλατσίου, εκτός από τα κινητικά συμπτώματα, η νόσος προκαλεί και ευρύ φάσμα μη-κινητικών συμπτωμάτων, ενώ έχει και αρκετές συνοδές καταστάσεις.

«Αν και ο τρόμος (τρέμουλο) είναι το σύμπτωμα που ο περισσότερος κόσμος αναγνωρίζει ως ένδειξη της νόσου Πάρκινσον, υπάρχουν πολλά μη-κινητικά συμπτώματα», λέει. «Άλλα από αυτά εκδηλώνονται αρκετά χρόνια πριν αρχίσει να τρέμει το ένα χέρι του ασθενή ή η μία πλευρά του σώματός του, και άλλα όταν προχωρήσει η ασθένειά του. Πρώιμα μη κινητικά συμπτώματα είναι, λ.χ., ο ανήσυχος ύπνος με πολύ «ζωντανά» όνειρα και κινήσεις του σώματος, η διαταραχή της όσφρησης, η δυσκοιλιότητα που μπορεί να επιμείνει για εβδομάδες και η κατάθλιψη. Αργότερα στην πορεία της νόσου μπορεί να αναπτυχθεί ορθοστατική υπόταση, ακράτεια ούρων που κάνει τον ασθενή να ξυπνά πολλές φορές κάθε βράδυ, προβλήματα μνήμης και νόησης, παραισθήσεις και πολλά άλλα».

Τα καλά νέα είναι πως οι υπάρχουσες θεραπείες για τη νόσο Πάρκινσον δεν βελτιώνουν μόνο τα κινητικά συμπτώματά της, αλλά και τα μη-κινητικά. Ακόμα, δε, και στα προχωρημένα στάδιά της οι ασθενείς μπορεί να βοηθηθούν, αφού μέθοδοι όπως η τοποθέτηση νευροδιεγέρτη ή αντλίας συνεχούς έγχυσης φαρμάκου σε προσεκτικά επιλεγμένους ασθενείς μπορεί να τα θέσει υπό έλεγχο για αρκετά χρόνια.

Οι συννοσηρότητες

Ωστόσο ο ασθενής με νόσο Πάρκινσον μπορεί να διατρέχει αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώσει και συνοδά σωματικά ή ψυχικά προβλήματα υγείας – και μάλιστα πολλά.

Πρόσφατη έρευνα σε πληθυσμιακή ομάδα 510.000 ανθρώπων ηλικίας άνω των 55 ετών αποκάλυψε πως μόλις το 7,4% των πασχόντων από νόσο Πάρκινσον δεν είχαν κάποιο συνοδό πρόβλημα υγείας (στους εθελοντές δίχως Πάρκινσον το αντίστοιχο ποσοστό ήταν σχεδόν 23%). Στην πραγματικότητα, το 31% των ασθενών με Πάρκινσον έπασχαν από πέντε ή περισσότερα άλλα νοσήματα και διαταραχές (έναντι 13% στους εθελοντές χωρίς τη νόσο). Επιπλέον, το 12% των ασθενών με Πάρκινσον έπασχαν από επτά ή περισσότερα άλλα νοσήματα (έναντι 3,9%).

Σύμφωνα με την έρευνα αυτή, που δημοσιεύθηκε το 2017 στο επιστημονικό περιοδικό BMC Neurology, στα συνοδά σωματικά προβλήματα που είχαν οι ασθενείς συμπεριλαμβάνονταν υπέρταση (το 41% από αυτούς), στεφανιαία νόσος (το 25%), επώδυνες καταστάσεις όπως η αρθρίτιδα (σχεδόν 22%) και εγκεφαλικά επεισόδια (σχεδόν 14% των ασθενών). Στα συνοδά ψυχικά προβλήματα συμπεριλαμβάνονταν η σχιζοφρένεια και η διπολική διαταραχή, με τους πάσχοντες από νόσο Πάρκινσον να έχουν τριπλάσιες πιθανότητες να πάσχουν από αυτές έναντι των υγιών συνομηλίκων τους (έπασχε το 3,5% των ασθενών έναντι του 1% των υγιών).

Προγενέστερες μελέτες έχουν δείξει ότι οι ασθενείς με νόσο Πάρκινσον έχουν διπλάσιες πιθανότητες εκδήλωσης καρδιαγγειακών νοσημάτων και 50% περισσότερες πιθανότητες να χάσουν τη ζωή τους από αυτά. Για λόγους εξάλλου που δεν έχουν ακόμα αποσαφηνιστεί διατρέχουν επίσης αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώσουν καρκίνο του μαστού, καθώς και μελάνωμα στο δέρμα (είναι η πιο επιθετική μορφή καρκίνου του δέρματος).

«Τα μυοσκελετικά προβλήματα όπως η οστεοπόρωση και η αρθρίτιδα επίσης είναι πιο συχνά στους πάσχοντες από νόσο Πάρκινσον, αν και συχνά δεν γίνονται αντιληπτά και έτσι δεν αντιμετωπίζονται», συνεχίζει ο κ. Ζήκος. «Πιο συχνός είναι και ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2, με τον οποίο η νόσος φαίνεται να έχει αμφίδρομη σχέση. Διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι ποσοστό 8-30% των ατόμων με Πάρκινσον έχουν διαβήτη, ενώ το 50-80% έχουν μη φυσιολογικά αποτελέσματα στην καμπύλη γλυκόζης (σακχάρου). Ο διαβήτης φαίνεται επίσης ότι επιταχύνει την εξέλιξη τόσο των κινητικών όσο και των μη κινητικών συμπτωμάτων της νόσου Πάρκινσον. Ταυτοχρόνως, τα άτομα με διαβήτη διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώσουν (και) τη νόσο».

Ακόμα και η ανεπάρκεια της βιταμίνης D είναι συχνότερη στους ασθενείς που ζουν με νόσο Πάρκινσον, οι οποίοι πιθανώς εξαιτίας της διατρέχουν και αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώσουν κατάγματα οστών.

Γιατί είναι όμως όλες αυτές οι παθήσεις συχνότερες στους ασθενείς με Πάρκινσον; «Για τις περισσότερες από αυτές δεν είναι γνωστό εάν οφείλονται στις βλάβες που προκαλεί η νόσος στον εγκέφαλο, στα συμπτώματά της ή σε κάποιους άλλους υποκείμενους βιολογικούς μηχανισμούς», απαντά ο κ. Ζήκος. «Το βέβαιον είναι πως η πολύπλοκη φύση της νόσου και οι συννοσηρότητες δοκιμάζουν τα όρια των ασθενών, γι’ αυτό και χρειάζονται ολιστική φροντίδα από διεπιστημονικές ομάδες γιατρών. Ας μην ξεχνάμε πως όταν ένας άνθρωπος έχει ταυτοχρόνως πολλά προβλήματα υγείας θα χρειαστεί και πολλά φάρμακα, οπότε διατρέχει και αυξημένο κίνδυνο φαρμακευτικών αλληλεπιδράσεων αλλά και ελλιπούς συμμόρφωσης στην φαρμακευτική αγωγή του».