-->

ΟΙ ΜΥΓΔΑΛΙΕΣ ΗΤΑΝ ΑΚΟΜΗ ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ: βραβευμένο διήγημα, προδημοσίευση

Εκείνη τη χρονιά ήταν τα πρώτα Χριστούγεννα, που θα έκανα διακοπές στα πάτρια εδάφη, ταξιδεύοντας με το λεωφορείο κάπου έξι ώρες από την Αθήνα.

photo © Michael Gaida

Μετά το τέλος των σπουδών μου , διορίστηκα σε Γυμνάσιο της Ανατολικής Αττικής ως πρόσθετη και ήμουν πανευτυχής! Επιτέλους θα έπαιρνα τα δικά μου χρήματα, θα ξεκούραζα τους γονείς μου και θα μπορούσα να ονειρευτώ μια ζωή καλύτερη στην πρωτεύουσα. Οι μεγαλύτεροι συνάδελφοι με δέχτηκαν με αγάπη, με συμβούλευαν και με βοηθούσαν, αν χρειαζόμουν. Ήταν όλα τόσο όμορφα , που όχι μόνο δε χρειάστηκα βοήθεια, αλλά τα πήγαινα θαυμάσια με τους πρώτους μαθητές μου. Άλλωστε τι να σκεφτεί ένα κορίτσι είκοσι τριών περίπου ετών, που αγωνίστηκε σκληρά, για να ασκήσει το επάγγελμα που πίστευε πως θα της χάριζε τα πάντα;

Παραμονές Χριστουγέννων με υποδέχτηκαν με χαρές στο χωριό, ειδικά η μάνα μου. «Μπράβο κόρη μου, τα κατάφερες, έφυγες από δω, θα ζήσεις όπως ονειρεύτηκες, είμαστε για σένα περήφανοι». Τη βοήθησα σε δουλειές, πήγα ακόμη και στο μάζεμα της ελιάς, είχαμε σοδειά τη χρονιά εκείνη. Θα μπορούσα να μείνω σπίτι, αλλά όχι έπρεπε να συμβάλω κι εγώ με τον τρόπο μου. Τηρήσαμε τα έθιμα των γιορτών, κάναμε την καλύτερη γιορτή του πατέρα, παραδόξως οι επισκέψεις αυξήθηκαν. Ήθελαν  να μάθουν για μένα; Ίσως, μάλιστα κάποιες φίλες της μαμάς, μου έδωσαν κι ευχές για …αποκατάσταση. «Είμαι μικρή ακόμη για οικογένεια, υπάρχουν άλλες προτεραιότητες, μη βιάζεστε». Επέμεναν, λέγοντας πως ο έρωτας δεν έχει ηλικία, πως η προίκα είναι έτοιμη πως θα πρέπει να προτιμήσω ντόπιο (κατά το παπούτσι από τον τόπο σου ) και άλλα τέτοια. Αλλού ταξίδευα εγώ, κάπου στο Αιγαίο που υπηρετούσε ο Μάνος και περίμενα γράμμα του, πότε θα του δώσουνε άδεια για Αθήνα…

Μετά την Πρωτοχρονιά η μάνα μου άρχιζε να ετοιμάζει καλούδια, να τα πάρω μαζί μου. Δεν μπορούσε να συμβιβαστεί να επιστρέψω χωρίς αυτά. Την έβλεπα όμως κάπως κουρασμένη και προβληματισμένη. Αυτή βέβαια δεν έλεγε τίποτα, μα εγώ κατάλαβα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάποια στιγμή πήγε στη γειτόνισσα, να δει τηλεόραση. «Δεν αποφασίσαμε να πάρουμε μια τηλεόραση, τρέχω στα ξένα σπίτια, αλλά να, που μου αρέσει να βλέπω τη σειρά και να μαθαίνω ειδήσεις από τον κόσμο! Πες κι εσύ κάτι στον πατέρα σου», μου είπε όταν γύρισε. Ήταν τα πρώτα χρόνια, που δεν είχαν τηλεοράσεις όλα τα σπίτια. Πρόσεξα το μελαγχολικό της βλέμμα, της είπα πως από το μισθό μου θα μαζέψω χρήματα και θα στείλω , να αγοράσει μία ο πατέρας από την πόλη. Με αγκάλιασε, άρχισε να κλαίει «όχι, δε χρειάζεται, έχεις άλλες ανάγκες, εγώ περιμένω, έχω άλλωστε και δουλειές». Της το υποσχέθηκα, άξιζε άλλωστε ο αγώνας της μια τηλεόραση. Αυτή με καμάρωνε κι εγώ έβλεπα μια μελαγχολία στην έκφρασή της, μια θλίψη στην ψυχή. Όσο κι αν επέμεινα , δε μου είπε λεπτομέρειες, αλλά με διαβεβαίωσε πως το Πάσχα που θα ξανάρθω τα πράγματα θα είναι πιο αισιόδοξα και πως η κούραση από το μάζεμα της ελιάς θα  έχει εξαφανιστεί.

Μια  μέρα πριν φύγω, κάναμε μαζί μια βόλτα στο πάνω χωριό. Ο καιρός ήταν καλός, δεν είχε παγωνιά, οι πιο τολμηρές μυγδαλιές είχαν ανθίσει κι έκαναν το τοπίο να ασπρίζει σιγά – σιγά  και να ομορφαίνει. Θαύμασα την τόλμη τους στο καταχείμωνο, όχι πως δεν ήξερα, αλλά μην μπορώντας να εξηγήσω το γιατί, άπλωσα κι έκοψα ένα κλαδί, να το πάρω μαζί μου. Γέλασε τότε εκείνη και μου είπε πως δε θα κρατήσει , τόσες ώρες ταξίδι. Χάρηκα που την είδα να γελάει, την αγκάλιασα, της το πρόσφερα και της είπα  πως την αγαπώ και θέλω να τη βλέπω να μου χαμογελάει. Και πως ό,τι έγινα σε εκείνη το χρωστάω, που μου έλεγε να διαβάζω, να φύγω από τη σκληρή ζωή του χωριού. Τι να το κάνει η μάνα μου το κλαρί μυγδαλιάς που όλη της τη ζωή στα χωράφια την περνούσε; Το πήρε όμως κι αμέσως μετά έκοψε ένα λιγότερο ανθισμένο, λέγοντάς μου πως εκείνο θα αντέξει, έτσι που θα το τοποθετήσει σε σακουλάκι με ειδική συσκευασία. Ύστερα σοβάρεψε κι άρχισε να με συμβουλεύει, μια και όπως είπε μεταξύ μάνας και κόρης έπρεπε να λέγονται κάποια επιπλέον πράγματα, μη παρόντος του πατέρα ή άλλου ανδρός. Την άκουσα με προσοχή δίχως να μιλήσω, άσχετα με το αν συμφωνούσα ή ταξίδευα… Ήθελα να μην έχει για μένα στο μυαλό της κάτι που δεν το ήθελε. Ήταν μια βόλτα, που δε θα ξεχάσω ποτέ και που σημάδεψε όλη τη ζωή μου!

Την μέρα της επιστροφής μου στην Αθήνα, ανήμερα τα Φώτα, οι γονείς μου με συνόδεψαν ως την πλατεία του χωριού, στη στάση που θα περνούσε το λεωφορείο,με όλα τα καλούδια που είχαν ετοιμαστεί. Ο πατέρας υποσχέθηκε πως μόλις ερχόταν η επιταγή , θα πήγαινε στην πόλη να αγοράσει την πολυπόθητη τηλεόραση για το σπίτι και για να μη γυρίζει η μάνα στις γειτονιές. Η μάνα φορούσε τα καλά της. είχαμε πάει στον αγιασμό των υδάτων και έμεινε έτσι, ώσπου να με ξεπροβοδίσει. Όσο περιμέναμε το λεωφορείο αστειευόταν, όταν όμως εκείνο φάνηκε στη στροφή άρχισε να κλαίει, να μου δίνει ευχές. Με αγκάλιασαν, ανέβηκα , την είδα να σκουπίζει το δάκρυ με το μαντίλι της, έπειτα η πόρτα έκλεισε, έφυγα εγώ κι εκείνοι επέστρεψαν στις δουλειές τους. Η επιστροφή μού φάνηκε χρόνος… Έβγαλα από το σακουλάκι το κλαρί μυγδαλιάς και το έβαλα σε περίοπτη θέση σε ένα μικρό βάζο, που μου είχαν κάνει δώρο οι πρώτοι μαθητές μου!

Την επόμενη μέρα ένα νέο έτος στη δουλειά μου ξεκινούσε, η ζωή στο χωριό έμεινε πίσω, οι συμβουλές της μάνας πάντα μπροστά μου. Ο Μάνος ήρθε με άδεια στην Αθήνα. Μου διηγήθηκε τις περιπέτειές του στο στρατό κι εγώ του είπα τα σχετικά με τις διακοπές των Χριστουγέννων στο χωριό, καθώς και λεπτομέρειες για το κλαρί μυγδαλιάς που στο μεταξύ ήταν ολάνθιστο και μοσχομύριζε! Η αλήθεια είναι πως καθόλου δεν πήρα είδηση πώς έφυγε εκείνος ο Γενάρης. Ήμουν αισιόδοξη, νέα, πετούσα,  ονειρευόμουνα κι έκανα οικονομία, για να μαζεύω χρήματα. Το Φλεβάρη το εισόδημά μου αυξήθηκε με κάποια μαθήματα που προέκυψαν και είχα πλέον τα απαιτούμενα για την επιταγή και για κάποια δικά μου πράγματα. Κάθε βδομάδα έστελνα γράμμα στο Μάνο και στη μητέρα μου. Δεν είχαμε τότε προσωπικό τηλέφωνο, αλλά με τις επιστολές επικοινωνούσαμε και ήμαστε καλά.

Αρχές Μάρτη, με το που πληρώθηκα, έστειλα επιταγή για την τηλεόραση και ένα γράμμα στο χωριό, στο οποίο έγραφα πόσο όμορφα αισθανόμουν, που θα υλοποιούσα την υπόσχεσή μου. Όταν όμως επέστρεψα σπίτι κι άρχισα να ετοιμάζομαι για το σχολείο (λειτουργούσε απόγευμα εκείνη τη βδομάδα), με επισκέφτηκε ένας κύριος. «έχετε ένα τηλεγράφημα, υπογράψτε εδώ», μου είπε. Το πήρα στα χέρια μου, υπέγραψα χωρίς να το διαβάσω, εκείνος στο μεταξύ εξαφανίστηκε. Ύστερα το ξεδίπλωσα και διάβασα λέξεις λιγοστές, που μου κάρφωσαν την καρδιά και τη ζωή μου ολόκληρη. Η μητέρα μου, η μοναδική μου αγαπημένη «έφυγε» ξαφνικά! Έπρεπε εσπευσμένα να μεταβώ στο νησί.

Θυμάμαι πως το ταξί που πλήρωσα , για να κερδίσω χρόνο αναγκάστηκε πολλές φορές να σταματήσει στο δρόμο! Με την κατάστασή μου ο άνθρωπος βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία, αλλά κάποτε έφτασε στον προορισμό του. Τα δακρυσμένα και θολωμένα  μάτια μου δεν ξεχώριζαν και πολλά, διέκρινα όμως πως οι μυγδαλιές ήταν ακόμη ανθισμένες και πως με περίμεναν να της προσφέρω λίγα ακόμη μοσχομυριστά άνθη τους. Και μπορεί η μάνα μου να μην πρόλαβε να χαρεί την τηλεόραση, όμως εκείνο το απόγευμα που πήγαμε στο πάνω χωριό και ζήσαμε στιγμές ανάμεσα στις πρόωρα ανθισμένες μυγδαλιές,  είμαι σίγουρη πως αισθάνθηκε την ευτυχία…

Τόσα χρόνια μετά, βρήκα ανάμεσα σε παλιά μου πράγματα το σακουλάκι , που είχε τοποθετήσει το κλαρί μυγδαλιάς! Έτσι που το κοιτάζω, σκέφτομαι και  απορώ πώς οι μυγδαλιές ήταν ακόμη (αρχές Μάρτη) ανθισμένες, για να στολίσω την πιο τραγική στιγμή της ζωής μου με το πιο όμορφο και αισιόδοξο δημιούργημα του Χειμώνα και να της ανταποδώσω το δώρο , που τόσο στοργικά εκείνη μου είχε προσφέρει!

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Δημοσίευση πρώτη. Το διήγημα βραβεύτηκε από το Σύλλογο Λόγου – Μουσικής – Τέχνης ΛΙΝΟΣ στον 4ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό 2021 , με θέμα ελεύθερο. Ανήκει σε συλλογή διηγημάτων μου, που θα εκδοθεί το Φθινόπωρο του 2021 από τις εκδόσεις «βακχικόν».

 

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΒΙΤΣΑΝΟΥ – ΝΤΑΝΟΥ

Please follow and like us: