Κατερίνα Λιβιτσάνου-ΤΟ ΠΡΟΣΤΙΜΟ(διήγημα)

Έφτιαξε  καφέ , πήρε δίπλα της το τηλέφωνο , άνοιξε την τηλεόραση και περίμενε τον επιστήμονα με τα γυαλιά και τον άλλον τον υπεύθυνο πολιτικής προστασίας  τον αυστηρό, να κάνουν την απογευματινή ενημέρωση.

Το ίδιο έκανε κάθε μέρα κατά τις έξι το απόγευμα κι αν κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης την ενοχλούσαν,  δεν απαντούσε , γιατί ήθελε να ξέρει και να βγάζει τα δικά της συμπεράσματα για τον κόσμο. Εκείνο το απόγευμα της Μεγάλης Τετάρτης τα πράγματα δεν ήταν καλά και οι ελπίδες της εξανεμίστηκαν .

Τα κρούσματα του παράξενου ιού, οι διασωληνωμένοι και οι νεκροί  αυξήθηκαν και ανάγκασαν τους υπεύθυνους να πάρουν επιπλέον μέτρα. Ταραγμένη άρχισε να σταυροκοπιέται , να τηλεφωνεί στα παιδιά της και να φωνάζει πως είναι πρωτάκουστα όλα αυτά  και πως ο θεός μάς εκδικείται για τις παρανομίες μας. Μάταια προσπάθησαν να την ηρεμήσουν!

Η κυρά  Νίκη ζούσε μόνη στο χωριό από τότε που έχασε τον άνδρα της και ποτέ δε σκέφτηκε να εγκαταλείψει τον τόπο της, παρά τις εκκλήσεις των τεσσάρων παιδιών της που είχαν αλλού οικογένειες. Κάθε Πάσχα μαζεύονταν όλοι  στο πατρικό τους κι εκείνη τους καλοδεχόταν , μετά από πολλές προετοιμασίες. Φέτος  τα πράγματα άλλαξαν, οι μετακινήσεις απαγορεύτηκαν, τα παιδιά τής έλεγαν πως ανήκει στις ευπαθείς ομάδες, στα  άτομα υψηλού κινδύνου (δεν καταλάβαινε και πολλά)  και δεν πρέπει να δέχεται κανένα στο σπίτι , να μην προσβληθεί από τον αόρατο εχθρό που είχε εισβάλει και στη χώρα μας.

«Μάνα έκλεισαν τα νεκροταφεία, δε θα έρθω να πάμε για τρισάγιο αύριο,  κάθισε σπίτι , μην ανοίγεις σε κανένα, θα πάμε αργότερα» της τηλεφώνησε η κόρη της από τη Χώρα. Άστραψε και βρόντησε η κυρά Νίκη «τι θα πει έκλεισαν; Ο πατέρας σου μας περιμένει δεν ησυχάζουν οι ψυχές, αν τη Μεγάλη Πέμπτη δεν τις επισκεφτείς και δεν κάνεις όσα πρέπει». Ο ιερέας τής είπε τα ίδια, όλο το βράδυ δεν έκλεισε μάτι . Σηκώθηκε πρωί, φόρεσε το καλό της φόρεμα, πήρε τα απαραίτητα, συμπλήρωσε την ώρα στο χαρτί .Της το έφτιαξαν τα κορίτσια από το «Βοήθεια στο σπίτι», για να μη φάει πρόστιμο . Ήταν οι μόνοι επισκέπτες εκείνες τις δύσκολες μέρες και πάντα φορούσαν μάσκα. Στέκονταν στην πόρτα, της άφηναν  φάρμακα και  ψώνια και έφευγαν, χωρίς να την απασχολούν πολύ, για να ξανάρθουν την επόμενη εβδομάδα την ίδια μέρα και ώρα .

Πήρε το μπαστούνι , κλείδωσε την πόρτα, τάισε τη Σαββίνα, την ασπρόμαυρη ναζιάρα γάτα  και μοναδική  της συντροφιά και βγήκε στη δημοσιά. Της φάνηκαν όλα τόσο όμορφα, μα και  τόσο μελαγχολικά! Έλειπε το ανθρώπινο στοιχείο, τα γέλια, οι χαρές της γειτονιάς που άλλες χρονιές ετοιμαζόταν για την Ανάσταση. Στο παράθυρο του απέναντι σπιτιού , πίσω από το τζάμι διέκρινε την Πηνειώ, τη γειτόνισσα και φίλη της που της έκανε νοήματα. Άνοιξε μετά το τζάμι και αντάλλαξαν κάποιες κουβέντες . Της είπε πως μάταια θα πάει στο νεκροταφείο, αφού ο ιερέας δε θα έρθει, υπακούοντας στην εντολή της Μητρόπολης  και τα περιοριστικά μέτρα, που ήθελαν κλειστά τα νεκροταφεία τη μεγάλη αυτή μέρα «Θα πάω να δώσω το παρόν, ποιος θα με δει στην ερημιά που επικρατεί; Έπειτα έχω και το χαρτί μου, θα πω πως περπατάω, σωματική άσκηση, ακούς εκεί, πού φτάσαμε Χριστέ μου». Χαιρετήθηκαν και πήρε την ανηφοριά σιγά σιγά, να επισκεφτεί το ταίρι της που είχε φύγει πολλά χρόνια πριν.

Λίγα μέτρα μετά τη στροφή ερχόταν ένα περιπολικό. «Τύχη που την έχω» μουρμούρισε και συνέχισε τη βόλτα της. Τη σταμάτησαν, της ευχήθηκαν «καλή Ανάσταση» και τη ρώτησαν πού πηγαίνει. Τους είπε πως βγήκε για άσκηση, έτσι να ξεμουδιάσει και να χωνέψει τη μοναξιά της, μια και κανένας δικός της δε θα μπορούσε να την επισκεφτεί αυτό το Πάσχα.  Της ζήτησαν το χαρτί και με χαρά το έψαξε στην τσέπη, έπειτα στην άλλη… την έπιασε  ντροπή, τους κοίταξε αμήχανα «το συμπλήρωσα πάνω στο τραπέζι, το παίρνω κάθε φορά που βγαίνω από το σπίτι , μου το έφτιαξαν τα κορίτσια που με  φροντίζουν, πού είναι τώρα»  σιγοψιθύρισε. «Δυστυχώς τριακόσια ευρώ πρόστιμο πρέπει να πληρώσεις γιαγιά , χωρίς δεύτερη κουβέντα. Κι άλλη φορά να προσέχεις περισσότερο , είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα, δεν πάμε όπου …απαγορεύεται από το νόμο. Σου έχουν πει πως ανήκεις στα άτομα υψηλού κινδύνου και πως σήμερα ο παπάς δε θα έρθει, γύρνα στο σπίτι σου και πρόσεχε. Φεύγουμε , έχουμε και συνέχεια στους ελέγχους μας, καλή Ανάσταση, όσο γίνεται βέβαια να είναι». Και πριν προλάβει να τους δώσει μια απάντηση, είχαν εξαφανιστεί στη στροφή, ενώ εκείνη έπρεπε να πληρώσει μια περίπου σύνταξη για το χαρτί που δε βρήκε στην τσέπη της. «Τι τύχη έχω και τι μυαλό! Αφού έκαναν …το χρέος τους , έφυγαν κι εγώ θα γυρίσω πίσω; Έτσι κι αλλιώς το πήρα το πρόστιμο, θα πάω στον άντρα μου που με περιμένει, να ησυχάσει η ψυχούλα του, τσάμπα έβαλα το καλό μου φόρεμα; Να ποτίσω και τις γλάστρες, που έχουν ανθίσει, να βάλω και λιβάνι να μοσχομυρίσει» μονολογούσε και ανηφόριζε.

Στο μνημείο έκανε όλα όσα είχε προγραμματίσει, βρήκε και δυο χωριανές που αψηφώντας τα μέτρα είχαν πάει κι αυτές να κάνουν όσα τις είχε προστάξει η συνείδησή  τους.  Καθίσανε αρκετή ώρα  η καθεμιά σε απόσταση από την άλλη και έλεγαν τα νέα τους, αυτά τα παράξενα και πρωτόγνωρα που συνέβαιναν στη ζωή τους. Αντάλλαξαν ευχές,  μια και θα έμεναν μόνες στο σπίτι την Ανάσταση και πήραν το δρόμο της επιστροφής. Η μέρα είχε προχωρήσει, ο καιρός ήταν καλός, η φύση μύριζε Άνοιξη και οι καρδιές τους κυκλωμένες από μοναξιά και προσμονή. Η κυρά  Νίκη έφτασε σπίτι της, κανένα άλλο δε συνάντησε στο δρόμο, άνοιξε το πορτόνι της αυλής και άκουσε το τηλέφωνο να χτυπά. Ξεκλείδωσε βιαστικά και μπήκε , να το προλάβει, να δει ποιος την καλεί. Ήταν ένα από τα παιδιά της , που την έψαχνε, να την καλημερίσει. Και πριν αρχίσει να διηγείται όσα της συνέβησαν,  γύρισε το βλέμμα και είδε το χαρτί ξεχασμένο πάνω στο τραπέζι!

 

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΒΙΤΣΑΝΟΥ – ΝΤΑΝΟΥ

Please follow and like us: