Η Πρωτομαγιά του Μάριου (διήγημα)

Με το που άνοιξα τα μάτια μου μετά από  ολιγόωρο ύπνο ,άκουσα  βίαιο άνοιγμα της εξώπορτας! Τρόμαξα και σηκώθηκα να δω τι τρέχει.

Οι γονείς μου μόλις γύρισαν από την πρωινή άσκηση, η μαμά στον καναπέ άρχισε να κλαίει γοερά και ο μπαμπάς προσπαθούσε να την ηρεμήσει.

«Τι έγινε και με τρομάξατε;» τους λέω κι εκείνοι με ένα στόμα «τίποτα, τίποτα, ξύπνησες αγόρι μου; Νομίζαμε πως μετά το ξενύχτι στο διάβασμα είσαι ακόμη στο κρεβάτι». Τελικά μου εξήγησαν πως ο φίλος τους ο Γιάννης πέθανε ξημερώματα από τον περίεργο ιό, πως είχαν σοκαριστεί και το χειρότερο πως απαγορευόταν να πάνε στην κηδεία του λόγω των μέτρων. Η μαμά κατευθύνθηκε προς την κουζίνα , να φτιάξει πρωινό και ο μπαμπάς στο μπάνιο, να κάνει ντουζάκι να συνέλθει. Είχαν στείλει μήνυμα  για άσκηση, αλλά με αυτό που έμαθαν έχασαν τον κόσμο κάτω από τα πόδια τους.

Και σήμερα Πρωτομαγιά  μένουμε σπίτι, γιατί  ο αόρατος εχθρός όπως τον λέμε μάς απειλεί και κατά τον κύριο Χαρδαλιά και τους εκάστοτε αρμόδιους ( τους  παρακολουθούμε οικογενειακώς και σε  απόσταση μεταξύ μας κάθε φορά που μας ενημερώνουν) έχει τσουχτερό πρόστιμο όποιος τολμήσει και κάνει του κεφαλιού του.  Καιρό τώρα δεν πηγαίνουμε σχολείο δε βρισκόμαστε έξω, δε βλέπουμε τους συμμαθητές και φίλους μας. Κάθε μέρα που περνάει ελπίζουμε πως φτάνουμε στο τέλος, αλλά τα πράγματα δεν πάνε καλά, τα μέτρα παρατείνονται, τις ευθύνες τις έχουμε πάλι εμείς, υπάρχει προβληματισμός και όλο αυτό δεν ξέρω πού θα μας βγάλει…

Δε σας είπα  είμαι ο Μάριος, μαθητής τρίτης Λυκείου, διαβάζω για Πανελλήνιες ( μας έχουν αφαιρέσει εξεταστέα ύλη, αλλά αγνοώ αν θα γίνουν),κάνω  διαδικτυακά μαθήματα,  είμαι έγκλειστος και  με τους φίλους μου μιλάω στο φέισμπουκ. Η μαμά δε δουλεύει, τα αδέρφια μου κάνουν φασαρία όλη μέρα στο σπίτι, τι να κάνουν κι αυτά!  Ο  μπαμπάς είναι γιατρός σε νοσοκομείο αναφοράς, γυρίζει απ’ τη δουλειά, απολυμαίνεται,  κλείνεται στο δωμάτιό του και δεν πλησιάζει κανένα . Με σοκάρουν τα πολλά θύματα κάθε μέρα σε όλον τον κόσμο, έχω  αγωνία για το τι θα γίνει,  κυρίως όμως μου λείπει η αγκαλιά όλων! Δε με αγκαλιάζουν πλέον οι γονείς μου, ειδικά ο μπαμπάς , που δουλεύει στο νοσοκομείο της πόλης! Τη γιαγιά και τον παππού έχουμε μήνες να τους δούμε. Βέβαια κάνουμε βιντεοκλήσεις, αλλά η γιαγιά παραπονιέται , λέει πως της λείπουμε και πως κάποια μέρα θα κάνει την επανάστασή της. Τότε τη μαλώνει ο μπαμπάς μου και της διευκρινίζει πως δε θα της ανοίξει την πόρτα έτσι και τολμήσει να έρθει «παράνομα» σπίτι μας. Ο παππούς μου είναι πιο συγκρατημένος, αλλά τον επηρεάζει ο ιερέας της ενορίας του, που του λέει πως δεν υπάρχει επικίνδυνος ιός  και πως δεν έχει πρόβλημα η Θεία Κοινωνία. Στο θέμα όμως αυτό διαφωνεί με τον μπαμπά μου, που του έχει απαγορέψει να το συζητούν οι δυο τους  και φυσικά μαζί μας.

Σήμερα βγήκα στο μπαλκόνι , να πιάσω το Μάη. Έκοψα ένα λουλούδι (δεν ξέρω το όνομά του), για να το προσφέρω στη μαμά . Τα μικρότερα αδέρφια μου με είδαν και έκαναν το ίδιο, μη σας πω πως μάδησαν τη γλάστρα και πως εγώ θεωρήθηκα υπεύθυνος για τη ζημιά. Ευτυχώς όμως που έχουμε θέα και βλέπουμε από το μπαλκόνι μας όλη την πόλη κάτω. Έτσι παρακολουθώ τη φύση , κάνω βόλτες να ξεμουδιάσω από το διάβασμα και τον υπολογιστή.

Κυρίως όμως βλέπω και ακούω τους γείτονες! Διαφωνίες ζευγαριών, συγκρούσεις παιδιών  – γονιών, τραγούδια σε υψηλή ένταση (τι τους ενδιαφέρει το διάβασμά μου, αν και το ξέρουν), γαβγίσματα σκύλων, συζητήσεις από τα μπαλκόνια, χτύπημα έντονο της καμπάνας της εκκλησίας που έχουμε απέναντι! Κουδούνι το κεφάλι μου, κανένας δε με υπολογίζει και να σου λένε μετά πως τα πράγματα, αν γίνουν οι εξετάσεις, θα είναι ευκολότερα φέτος, λόγω μείωσης της ύλης! Και ποιος παρακαλώ θα ήθελε να είναι στη δική μου θέση και να τελειώνει Λύκειο όπως εγώ; Κανείς φυσικά σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεδομένα, αλλά «έξω από το χορό πολλά τραγούδια ξέρουν» όπως λέει και ο σοφός κατά τη γιαγιά μου λαός.

Περισσότερο βέβαια μου λείπει το κορίτσι μου, που δεν μπορώ να το δω από κοντά, αν και συνέχεια επικοινωνούμε με μηνύματα και λοιπά. Και συμφωνώ όταν μου λέει πως οι μέρες τής φαίνονται χρόνια, αλλά τι μπορεί να γίνει; Και ποιος θα μας αφήσει να βγούμε από τα σπίτια μας; Για το καλό μας λένε, ποιο τελικά είναι το καλό μας,  αναρωτιόμαστε. Κι όταν μου λέει η μάνα μου «διάβασε Μάριε , να πετύχεις στις εξετάσεις που κάποτε θα γίνουν και το Καλοκαίρι, για να μην πω η ζωή ολόκληρη μπροστά σας είναι , δεν τη χάνεις την Έφη, θα τη βρεις» πολύ με εκνευρίζει. Γιατί ποιος τελικά με καταλαβαίνει και υπολογίζει τα θέλω μου; Κάποτε ήμαστε πιο κοντά με τον μπαμπά, αλλά τώρα επικαλείται τη «γνώμη των ειδικών», τον έχασα κι αυτόν. Διαβάζω και «ταξιδεύω», ο Μάης ήρθε κι αυτός καραντινάτος και η πρωτόγνωρη ζωή μου συνεχίζεται! Πόσο ζηλεύω τα μικρότερα αδέρφια μου που όλη μέρα τρέχουν μέσα στο σπίτι και δεν τα απασχολεί τίποτα! Να οι συγκυρίες, γιατί να είμαι εγώ Τρίτη Λυκείου και να μην είναι κάποιο από αυτά;

Από την άλλη , θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που ζω σε αυτή τη χώρα, γιατί σε άλλα μέρη του πλανήτη τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Προσπαθώ να κάνω διαλείμματα από το διάβασμά μου, όταν φυσικά δεν έχω διαδικτυακό μάθημα, και να ενημερώνομαι για την επικαιρότητα, να επικοινωνώ με τους δικούς μου ανθρώπους και να μη χάνομαι από την ομάδα. Μέχρι πριν λίγες μέρες έρχονταν στο σπίτι οι καθηγητές για τα ιδιαίτερα μαθήματα. Όταν όμως επιβλήθηκε lockdown , σταμάτησαν κι αυτοί για την ασφάλεια όλων μας! Έπειτα είναι και τα διαβολάκια τα αδέρφια μου, που κάνουν όλη τη μέρα σαν κουρδιστά πέρα δώθε. Κι όσο η μαμά προσπαθεί να βάλει τάξη, τόσο εκείνα κάνουν του κεφαλιού τους, κατάσταση ανεξέλεγκτη πια. Και επιπλέον πολλά παράπονα για τον μπαμπά που δεν τα πλησιάζει.

Η αλήθεια είναι πως όλος αυτός ο εγκλεισμός, θεωρώ εγώ τουλάχιστον πως με έκανε καλύτερο άνθρωπο! Όσο και αν σας φαίνεται παράξενο , γνώρισα περισσότερο το σπίτι μου, συνειδητοποίησα πώς είναι να διαβάζω κάτω από αντίξοες συνθήκες, έμαθα την αξία της ελευθερίας, της υγείας, του έρωτα, της φιλίας, της αγκαλιάς , του σχολείου, των συμμαθητών, των καθηγητών μου, της συναναστροφής με ανθρώπους που αγαπώ (όπως ο παππούς και η γιαγιά μου). Γιατί τελικά όταν μας  στερεί κάτι η ζωή, τότε καταλαβαίνουμε την αξία του. Πάντως,  ένα είναι σίγουρο πως αυτή την Πρωτομαγιά δε θα την ξεχάσω όσα χρόνια κι αν περάσουν, όπως και να εξελιχτεί η ζωή μου. Και δεν είμαι ο μόνος που το υποστηρίζω αυτό…

 

Σημείωση: το διήγημα είναι ανέκδοτο και γράφτηκε το Μάη του 2020.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΒΙΤΣΑΝΟΥ – ΝΤΑΝΟΥ

Please follow and like us: