Η ιστορία του Ι.Ν. Παμμεγίστων Ταξιαρχών Αιτωλικού

Ο Ι. Ν. Παμμεγίστων Ταξιαρχών βρίσκεται στο κέντρο του Αιτωλικού, δίπλα από την κεντρική οδό Κων/νου Λάσκαρη.

Αποτελεί πολιούχο από το 1610 και πανηγυρίζει πάνδημα την 8η Νοεμβρίου με την εικόνα των Παμμεγίστων Ταξιαρχών να λιτανεύεται συνοδεία μαθητών και μπάντας. Ο ναός των Ταξιαρχών κτίστηκε αρχικά το 1610 και αποτελεί έκτοτε ενοριακό ναό και πολιούχο της πόλης του Αιτωλικού.

Η ιστορία του αναμφίβολα ξεκινά από τα επαναστατικά χρόνια και δη από το 1823 με την πολιορκία του Αιτωλικού από τους Τούρκους και καταλήγει στο 21ο αι. με τον θάνατο του π. Παναγιώτη Θεοδωσίου.

 

Τουρκοκρατία: Κατά την πολιορκία του Αιτωλικού το 1823 ο Βρυώνης και ο Μουσταή Πασάς κατέλαβε το Κεφαλόβρυσο διακόπτοντας την τροφοδότηση πόσιμου νερού στο Αιτωλικό.

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν οι χειρότερες που είχε ζήσει το νησί με πτώματα Αιτωλικιωτών να το γεμίζουν λόγω δίψας.

 

Ενώ η κατάσταση αυτή συνεχίζοντας, οι Αιτωλικιώτες αποφάσισαν, αντί της παράδοσης στους εχθρούς, της ατίμωσης και του μαρτυρίου, την ανατίναξη τους.

Την 8η Νοεμβρίου, λοιπόν, συγκεντρώθηκαν στο ναό των Ταξιαρχών, καθώς εόρταζε, και αφού θα μεταλάβαιναν θα ανατίναζαν την εκκλησία μαζί με όλους τους κατοίκους.
Την στιγμή που ο ιερέας π. Οικονόμου καλούσε τους πιστούς στην Θεία Μετάληψη, δυνατός κρότος έσκισε τον αέρα και μια οβίδα αφού διαπέρασε την οροφή, τρύπησε το κέντρο του ναού από όπου άρχισε να αναβλύζει πόσιμο νερό.
Το Αιτωλικό είχε σωθεί και χάρη σε αυτό το θαύμα συνέχισε την αντίσταση στο τούρκικο ζυγό. Ο σημερινός ναός των Ταξιαρχών είναι ρυθμού σταυροειδούς μετά τρούλου. Έχει κτιστεί εξ’ ολοκλήρου πάνω στο παλαιότερο ναό, αλλά λίγο ανατολικότερα, με λαξευτή πέτρα από Ηπειρώτες μαστόρους το 1929 όπως αναφέρει εντοιχισμένη πλάκα στο εσωτερικό του ναού, πάνω από το πηγάδι. Εσωτερικά του ναού υψώνεται ο τρούλος πάνω σε οκταγωνική βάση, στηριγμένος σε τέσσερις πεσσούς.
Στα καμπαναριά – τα οποία είναι ενσωματωμένα δεξιά και αριστερά της πρόσοψης- μέχρι το τέταρτο επίπεδο επικρατεί η λαξευτή πέτρα. Από εκεί ορθώνονται τέσσερις τριπλοί πεσσοί που με επάλληλα τόξα υποβαστάζουν την οροφή των μικρών τρούλων και τις καμπάνες.
Ο ναός διαθέτει σπουδαία ιερά κειμήλια του 18ου και 19ου αιώνα, όπως η εικόνα των Ταξιαρχών και το τέμπλο. Ενδιαφέρον παρουσιάζει μια εικόνα στο δεξί μέρος του ναού(όπως βλέπουμε από την είσοδο), η οποία δεν μοιάζει ούτε στην βυζαντινή ούτε στη Δυτική τέχνη, παρόλο που φέρει στοιχεία της δεύτερης. Η εικόνα αναπαριστά τον Ιησού στο Πανάγιο Τάφο και από πάνω Του την Θεοτόκο να θρηνεί. Πάνω στην εικόνα αναγράφεται το εξής: «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;», ενώ στο κάτω μέρος υπάρχει η υπογραφή: «ΧΕΊΡ ΑΘ. Φ. ΑΡΕΤΑΣ 1993».
Το Τέμπλο: Το Τέμπλο του σημερινού ναού ανήκε στον αρχικό ναό και από αυτό δεν διασώθηκε το δεξιό τμήμα, που κάλυπτε τον χώρο του Διακονικού. Συμπληρώθηκε, βέβαια, αργότερα σε συμφωνία με το υπόλοιπο κομμάτι του Τέμπλου. Τα διακοσμητικά θέματα του Τέμπλου σύμφωνα με αναλύσεις του κ. Αθ. Παλιούρα είναι απλά: κλάδοι, ρόδακες, κληματαριές με περιστρεφόμενα φυλλώματα και σταφύλια, άλλοι κλάδοι που βγαίνουν από στόματα φιδιών και πουλιά που τρώνε σταφύλια.
Το Τέμπλο χωρίζεται σε ζώνες. Πάνω από τα θωράκια τοποθετούνται κιονοστήρικτα πλαίσια για τις μεγάλες εικόνες και πιο πάνω, σε ζώνες, ξυλόγλυπτες διακοσμήσεις και δυο σειρές εικονιδίων, το Δωδεκάορτο και τα Αποστολικά. Ολόκληρο το Τέμπλο στέφεται από τα «λυπητερά», τους δράκοντες δηλαδή και τη Σταύρωση του Χριστού.
Τα εικονίδια του παλαιότερου τμήματος, όπως η Δέηση, και οι δύο σειρές των Αποστόλων και από το Δωδεκάορτο η Γέννηση της Θεοτόκου, τα Εισόδια, η Γέννηση του Χριστού, η Βάπτιση, η Υπαπαντή, η Βαϊοφόρος, η Σταύρωση και η Ψηλάφηση του Θωμά διακρίνονται για τα ζεστά τους χρώματα και προέρχονται από καλό απλοϊκό ζωγράφο. Αν και το Τέμπλο των Ταξιαρχών δεν φαίνεται να προέρχεται από το ίδιο εργαστήρι με το Τέμπλο της Παναγίας, εντούτοις τοποθετούνται στην ίδια χρονολογική περίοδο: το 2ο μισό του 18ου αιώνα.

 

Στον Ι. Ν. των Ταξιαρχών έδρασαν πολύ σημαντικά πρόσωπα μεταξύ αυτών ο π. Οικονόμου και η κυρά Βασιλική.

 

π. Οικονόμου: Ιερέας των επαναστατικών χρόνων. Δεν έχουμε στοιχεία για τη ζωή του παρά μόνο του ότι ήταν παρών στην πολιορκία του Αιτωλικού και μετέλαβε τόσο τους αγωνιστές του Ντολμά πριν ξεκινήσουν για το νησάκι, όσο και του πολιορκούμενους την 8η Νοεμβρίου όταν είχε αποφασιστεί να εκτελεσθεί η παρ’ ολίγον ανατίναξη των Αιτωλικιωτών στο ναό των Ταξιαρχών, ώστε να μην περιέλθουν στα «χέρια» των Τούρκων μια και δεν είχαν πόσιμο νερό.

 

Βασιλική Κονταξή: Στο περίβολο του ναού των Ταξιαρχών και, μάλιστα, στην νότια πλευρά βρίσκεται θαμμένη η κυρά Βασιλική του Κίτσου Κονταξή, γυναίκα του περιβόητου Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Η Βασιλική Κονταξή γεννήθηκε το 1793 και ήταν κόρη του προύχοντα της Πλεσίβιτσας (Πλαίσιο) Φιλιατών της Ηπείρου, Κίτσου Κονταξή. Στα 12 της απήχθη από Τουρκαλβανούς και εστάλη μαζί με 300 ακόμη αγόρια και κορίτσια στο χαρέμι του Αλή Πασά.

Εκεί χάρη στην ομορφιά και την εξυπνάδα της παντρεύτηκε το Αλή Πασά και έζησε κοντά του, δίχως όμως να αλλαξοπιστήσει. Στην αυλή του Πασά, λοιπόν, γνώρισε μεγάλες προσωπικότητες και χάρη στον Μάνθο Οικονόμου, πιστό άνθρωπο του Αλή, μορφώθηκε.

 

Η κυρά Βασιλική γνώρισε κατά την διάρκεια της ζωής της πολλούς οπλαρχηγούς κάτι που φαίνεται να την μύησε και στην Φιλική Εταιρεία. Γεγονός είναι πάντως ότι προσπάθησε να μυήσει και τον ίδιο τον Αλή Πασά, μια και είχε την ικανότητα να κατευνάζει τα πάθει του και να τον σαγηνεύει με την εξυπνάδα της.

Την διαπίστωση αυτή αποδεικνύει από την μια το γεγονός ότι η Βασιλική παρέμεινε χριστιανή μέχρι να πεθάνει και, μάλιστα, διατηρούσε ναΐσκο το δωμάτιο της που λειτουργούσε κανονικά, και από την άλλη το γεγονός ότι ο Αλή Πασάς παραχώρησε στην οικογένειά της πολλά κτήματα στην Κατοχή Αιτωλοακαρνανίας. Κατά το τέλος της ζωής της η Κυρά Βασιλική κατέφυγε στην Κατοχή όπου διέμενε σε πύργο(κούλια πίσω από τον ενοριακό ναό του Αγίου Δημητρίου), όπου και πέθανε το 1834 σε ηλικία 42 ετών και θάφτηκε στον περίβολο του ναού των Ταξιάρχων.

 

Η ληξιαρχική πράξη θανάτου έχει ως εξής: «Απέθανεν η Κυρά Βασιλική Κίτζου από δυσεντερία. Ήτον η ασθένειά της, ετών 45, μετασχούσα των αχράντων μυστηρίων της Θείας Μεταλήψεως και κατ’ άδειαν του επιτρόπου του Αγίου Ακαρνανίας και από του εφημερίου των Ταξιαρχών ετάφη κατά την συνήθη εκκλησιαστική τάξιν εν τη εκκλησία των Ταξιαρχών».

Ανατολικόν τη 11 Δεκεμβρίου 1834.

 

Μελέτιος ιερεύς Δ.Κ.10 Μελέτιος Ιερεύς: Αναφέρεται μόνο στην ληξιαρχική πράξη της κυρά Βασιλικής το 1834, πράγμα που σημαίνει ότι ήταν εφημέριος του ναού την περίοδο εκείνη.

 

π. Παναγιώτης Θεοδωσίου: Αν και το όνομα του ήταν π. Παναγιώτης Θεοδωσίου, όλοι το ήξεραν ως παπά-Πάνο. Γεννήθηκε στη Σπολάϊτα του Αγρινίου. Τελείωσε το σχολείο στο Αγρίνιο και κατόπιν την εμπορική σχόλη. Έφυγε για την Πάτρα όπου σπούδασε θεολογικά. Χειροτονήθηκε διάκος το 1961 και μέχρι το 1970 ήταν εφημέριος στον Αγ. Παντελεήμονα στο Μεσολόγγι.

 

Έκτοτε έως το 1995 υπηρετούσε στο Αιτωλικό απ όπου συνταξιοδοτήθηκε. Ο παπά-Πάνος ενέπνεε αμέριστο σεβασμό και εξέπεμπε το Θείο σε όλη του την μεγαλοπρέπεια. Είχε καταφέρει να αναπτύξει μια σχέση πλήρους εμπιστοσύνης μεταξύ εκείνου και των ανθρώπων γύρω του και ιδιαίτερα με τη νεολαία.

 

Το 1975 μαζί με την βοήθεια του τότε Δημάρχου καθιέρωσε την γιορτή των Ταξιαρχών σαν πολιούχο της πόλης Αιτωλικού και τοπική αργία. Έγραψε το βιβλίο “Μιχαήλ και Γαβριήλ οι φύλακες του Αιτωλικού” και ασχολήθηκε με την επιμελημένη αναπαλαίωση της Παναγίας Φοινικιάς.

 

Διατέλεσε επί σειρά ετών πρόεδρος γονέων και κηδεμόνων του Γυμνασίου και του Λυκείου και ασχολήθηκε ενεργά με της πολιτιστικές δραστηριότητες του πνευματικού κέντρου Ευανθία Καρβέλη.

 

Τα Ιερά άμφια του εκτίθενται στο Λαογραφικό Μουσείο, τα οποία προσέφερε με χαρά ο ίδιος το 2005.

panoramio.com