-->

ΕΝΑ ΤΑΜΑ ΚΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ(διήγημα)

Καλοκαίρι στην Αθήνα, τέλος Ιουλίου συγκεκριμένα, να καίγεται ο τόπος κι εγώ να δουλεύω  στο γραφείο μου. Πρέπει να κλείσω εκκρεμότητες και φυσικά να ξεκουραστώ για λίγο,  μια κι ο Δεκαπενταύγουστος φτάνει.

Το τηλέφωνο χτυπάει συνέχεια, είμαστε όλοι της τελευταίας στιγμής, κάποιους τους εξυπηρετώ, άλλοι όμως πρέπει να περιμένουν για λίγες μέρες, δε γίνονται όλα αυτόματα.

Η ώρα προχωράει κι αντί να εντείνω τις προσπάθειές μου κολάω στο παρελθόν. Σκέφτομαι τη φιλοξενία πριν δύο χρόνια στο σπίτι του καλύτερού μου φίλου, του Σωκράτη, στη Λευκάδα. Μόλις είχαμε τελειώσει το στρατιωτικό. Ήμαστε βέβαια γνωστοί απ’ τη Νομική, μα οι περιπέτειες στην Αλεξανδρούπολη κατά τη διάρκεια της θητείας μας, μας έδεσαν πολύ. Φέτος είναι η σειρά μου να τον φιλοξενήσω στη Μήλο και σκέφτομαι αν θα μείνει τόσο ευχαριστημένος όπως εγώ, μια και τώρα θα έχουμε και τις συντρόφους μας μαζί. Είμαστε στην αρχή της καριέρας μας και δεν μπορούμε να διαθέσουμε πολλά χρήματα για διακοπές αλλού, αφού έτσι δεν πληρώνουμε διαμονή.

Η αλήθεια είναι πως το μικρό νησί του Ιονίου, που για πρώτη φορά το επισκεπτόμουν, μου φάνηκε παράδεισος. Η Χώρα με τα γραφικά σοκάκια, οι παραλίες του με το βαθύ γαλάζιο χρώμα τους, το καταπράσινο του ορεινού όγκου, τα πολύχρωμα άνθη, τα κάτασπρα σπίτια των χωριών , κυρίως όμως οι άνθρωποί του με την ακούραστη διάθεση και φιλοξενία.

Η κυρία Ερασμία, η μητέρα του Σωκράτη, έκανε τα πάντα, για να μας προσφέρει όσα μας έλειψαν στο στρατό. Ήθελε να μάθει λεπτομέρειες, μα σαν της έλεγα  «περασμένα  ξεχασμένα κυρία Ερασμία», θύμωνε. «σκέτο Ερασμία θα με λες Μιχάλη, να αισθάνομαι κι εγώ λίγο πιο μικρή και φυσικά να ξέρω τις περιπέτειές σας». Έτσι καθιέρωσα το Ερασμία σκέτο. Πολυλογού και πολυδιαβασμένη, με ιδιαίτερη έφεση στη γραφή στίχων, όμως βαθιά θρησκευόμενο άτομο. Όταν άκουγε την καμπάνα του χωριού, ντυνόταν κατάλληλα για την εκκλησία. Συμμετείχε παντού και προσπάθησε κάποιες φορές να μας πάρει μαζί της, μα σαν είδε πως εμείς άλλα είχαμε στο μυαλό μας, δεν επέμεινε και πολύ.

Μια μέρα όμως, έμεινα στο νησί δύο βδομάδες, μας επέβαλε να πάμε στη Φανερωμένη, προστάτιδα του νησιού, με πολλές αναμνήσεις, μεγάλη ιστορία, πολύ ωραία θέα και άνδρες μοναχούς , που ζούσαν για τη χάρη Της. «θέλω να πάμε μαζί, να σας διηγηθώ μια βιωματική μου περιπέτεια και να σας δείξω εκεί κάτι δικό μου».

Δεν αντιδράσαμε, φτάσαμε σε δέκα λεπτά, ένα ήρεμο απόγευμα του Αυγούστου, μόλις είχε αρχίσει η παράκληση. Παρακολουθήσαμε με κατάνυξη και μαγευτήκαμε από την ομορφιά της φύσης και τη γαλήνη του Μοναστηριού. Μίλησε με τον ηγούμενο της Μονής, είχαν μεγαλώσει μαζί στο χωριό, έδειχνε διαφορετική, ευτυχισμένη και μας οδήγησε στο σημείο που ήταν αναρτημένο ένα ποίημά της  ανάμεσα σε άλλα με ανάλογο θέμα.

Φωτογραφηθήκαμε, έλαμπε, μας έβαλε στο πεζούλι να καθίσουμε, πήγε και πήρε λουκούμι, να μας κεράσει «πρώτη φορά έρχεσαι Σωκράτη;», είπα στο φίλο μου. «Θα αστειεύεσαι βέβαια, απλά δε μιλάω, γιατί θέλει να τα λέει όλα μόνη της», μου είπε χαμογελαστός ο Σωκράτης και δοκιμάσαμε το λουκουμάκι με το κρύο νερό , που στο μεταξύ η Ερασμία μάς έφερε. Με έβαλε να διαβάσω προσεκτικά το ποίημά της και άρχισε να μας διηγείται κάτι απ’ τη ζωή της, γνωστό φυσικά στο γιο της.

“Αυτός  ο ιερός τόπος με γυρνάει στα παιδικά μου χρόνια κάθε φορά που τον επισκέπτομαι και μου θυμίζει το τάμα της μάνας μου, που φυσικά ποτέ δεν έμαθα ποιο ήταν, όμως με οδήγησε στη δημιουργία του ποιήματος, που βλέπετε. «Κάθε πρωί, μόλις ξυπνάς παιδί μου να κάνεις το σταυρό σου και να ευχαριστείς το Θεό και τη Φανερωμένη, που μας έχει καλά κι έτσι να συνεχίζεις τη μέρα σου, παίρνοντας δύναμη απ’ τη χάρη Της».

Γνώριμα και συνηθισμένα λόγια τα λόγια της μάνας, που σε κάθε της βήμα ζητούσε τη βοήθεια της Παναγιάς. Έτσι μεγαλώσαμε και κάθε φορά που πλησίαζε η γιορτή Της, νιώθαμε μεγάλη χαρά εγώ κι ο αδερφός μου, που θα πηγαίναμε να προσκυνήσουμε, αλλά και να πάρουμε παιχνίδια απ’ το παζάρι, που γινόταν έξω από τον περίβολό Της. Ποτέ τη μέρα εκείνη δε λειτουργούν τα σχολεία κι έτσι, κάθε χρόνο η επίσκεψη στο Μοναστήρι ήταν ιεροτελεστία. Ξεκινούσαμε από το χωριό, που  ήταν το σπίτι μας πολύ πρωί, για να προλάβουμε, αφού κατεβαίναμε με τον Ντορή, ένα υπάκουο και προκομμένο άλογο. Με τον Ντορή ο πατέρας έκανε όλες τις αγροτικές δουλειές, αλλά εκείνη τη μέρα, το σέλωνε, έβαζε το καβαλοσκούτι, ένα υφαντό ρούχο, πάνω απ’ το σαμάρι κι εμείς καβάλα, μια κι η απόσταση ήταν κάμποση.

Μια χρονιά κάτι συνέβαινε στο σπίτι, που όμως εμείς τα παιδιά δε γνωρίζαμε, γιατί ήμαστε, λέει, μικροί. Ο πατέρας δεν ήρθε μαζί μας εκείνο το πρωινό. Όμως η μάνα μπροστά, στολισμένη με τα χωριάτικα κι εμείς καβάλα, να μην κουραστούμε. Περάσαμε τον Κάβαλο, τον Καλαβρό και κοντεύαμε στους Τσουκαλάδες. Ο Ντορής γαλήνιος και υπάκουος, η μάνα σκεπτική, η μέρα στο λυκαυγές της κι εμείς την παρακαλούσαμε να ανεβεί λίγο στο άλογο, να ξεκουραστεί.

Εκείνη κοντοστάθηκε, έβγαλε το νερό απ’ το σακούλι, μάς έδωσε να πιούμε, ήπιε κι αυτή, να ξεδιψάσει κι έβγαλε τα παπούτσια της. Εμείς τρομάξαμε «τι κάνεις μάνα; Πώς θα περπατήσεις; Τα πόδια σου θα πληγωθούν και πώς θα γυρίσουμε στο χωριό;». Γύρισε και μας χαμογέλασε, γαλήνια κι αμίλητη. Έμενε κάμποση απόσταση ακόμα, όμως έτσι περπατούσε πιο γρήγορα. Μας είπε μόνο πως είχε τάμα στη Φανερωμένη, αλλά χωρίς καμιά εξήγηση, μια και ήμαστε παιδιά ακόμα. Φτάσαμε στο μοναστήρι με την ανατολή του ήλιου. Έδεσε το άλογο σε κάποιο μέρος, μας πήρε απ’ το χέρι και μπήκαμε στον περίβολο. Ο κόσμος μαζευόταν, οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα κι η Μεγαλόπρεπη μας υποδέχτηκε με χαρά. Θυμάμαι τα δάκρυά της , γονατιστή όπως ήταν στη χάρη Της. Έπειτα σηκώθηκε και μας οδήγησε στο κύριο μέρος του ναού, όπου μείναμε ως το τέλος της Θείας λειτουργίας. Γυρίσαμε βιαστικά στο χωριό, ο πατέρας μάς περίμενε, οι πληγές απ’ τα πόδια της μάνας είχαν εξαφανιστεί, η όψη της είχε αλλάξει, τις επόμενες μέρες όλα πήγαν καλά. «έκανε τελικά το θαύμα της η Φανερωμένη», έλεγε και ξανάλεγε η μάνα.

Η ζωή συνεχιζόταν μαζί κι η απορία μου ποιο ήταν το τάμα της μάνας. Βιαζόμουν να μεγαλώσω, για να το μάθω, όπως έλεγε εκείνη. Όμως μετά από χρόνια κι ενώ ήμουν μακριά από τη Λευκάδα, η μάνα έφυγε πρόωρα και ξαφνικά από κοντά μας και το τάμα έμεινε μυστικό. Η Κυρά είναι πάντα στη σκέψη και τη ζωή μου και χαίρομαι πολύ, που όλο το χρόνο, ντόπιοι και ξένοι Την επισκέπτονται και που οι μοναχοί Την τιμούν και έχουν κάνει τόσα πολλά στον ιερό χώρο. Το ποίημά μου «Φανερωμένη» έγραψα ως ανάμνηση του γεγονότος, στη μνήμη της μητέρας μου κι ευχαριστώ από καρδιάς τους Άγιους πατέρες , που δέχτηκαν να αναρτηθεί αριστερά όπως μπαίνουμε στον αύλειο χώρο του ναού μαζί με άλλα  ποιήματα, αφιερωμένα στη χάρη Της”.

Η αφήγηση τέλειωσε εδώ, δάκρυα κύλησαν απ’ τα μάτια της κι ένας βαθύς αναστεναγμός. Ο Σωκράτης την αγκάλιασε και σε λίγο εγκαταλείψαμε το Μοναστήρι. Οι μέρες πέρασαν όμορφα, ξεκουραστήκαμε και απόλαυσα την οικογενειακή θαλπωρή. Μου έμεινε έντονα χαραγμένη στη μνήμη μου η εικόνα της Ερασμίας, έτσι θλιμμένη και πονεμένη για τη μητέρα της. Τώρα στη Μήλο η δική μου μητέρα μας περιμένει,  για να ανταποδώσει. Η ώρα έχει προχωρήσει, οι σκέψεις με αποσυντόνισαν, ο Σωκράτης με καλεί στο κινητό «μη μου πεις πως είσαι ακόμα γραφείο» «αν σου πω ναι, τι θα απαντήσεις», «πως σε λίγο περνάω να σε πάρω να πάμε με τα κορίτσια μας για φαγητό», «όπως διατάξτε και αν μαντέψεις, ποιον σκεφτόμουν τώρα…», «πού να ξέρω, τι κάνεις και δεν προχωράς τις δουλειές σου», «σκεφτόμουν τη Λευκάδα, την Ερασμία, το τάμα, το ποίημα, τη γιαγιά σου». Άρχισε να γελάει νευρικά, περίμενα να σταματήσει, μα δεν μπόρεσα να του πω λέξη. Κλείσαμε τα τηλέφωνα, σε λίγο ήρθε και με πήρε, συνεχίσαμε να γελάμε, σοβαρευτήκαμε, τώρα πάμε στην ταβέρνα να συναντήσουμε τα κορίτσια μας και φυσικά η Μήλος μάς περιμένει…

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το διήγημα ανήκει σε συλλογή διηγημάτων, που θα εκδοθεί το Φθινόπωρο του 2021.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΒΙΤΣΑΝΟΥ – ΝΤΑΝΟΥ

 

 

 

 

 

Please follow and like us: